της Paula Durinova
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_action-item.jpg

Αδύναμοι μπροστά στην ξαφνική τους ευθραυστότητα ή στην αίσθηση του αθέλητου εγκλωβισμού τους, έκπτωτοι από την μέχρι πρότινος λειτουργική καθημερινότητά τους, ακόμα και πριν καν το αντιληφθούν κι εξαντλημένοι απ’ την αδιέξοδη κινητικότητα του άγχους και την στείρα ακινησία που η κατάθλιψη δημιουργεί, μια ομάδα ανθρώπων στο Βερολίνο, δεν θέλουν να είναι άλλο τα θύματα μιας εργασιακής διαδρομής που τους «έκαψε» -όπως και τόσους άλλους- στην πορεία. Διεκδικούν έτσι ξανά τη ζωή μέσα απ’ τις ομαδικές συναντήσεις τους, με αφηγήσεις που προσπαθούν να βάλουν σε λέξεις τ’ ανείπωτο και να κατανοήσουν τ’ αρνητικό έτσι ώστε να αναδυθεί επιτέλους ο εαυτός τους ξανά κι ένα νόημα που θα τους δώσει ελπίδα για το μέλλον..
Υβριδικής μορφής ντοκιμαντέρ που φλερτάρει αισθητικά με τη μυθοπλασία, το Action Item της Paula Durinova, πειραματικό, υπαρξιακό και εν τέλει πολιτικό, διακρίνεται για τη στέρεη συμπύκνωσή του αλλά και για την ευφάνταστη οπτική του που εναλλάσσει ρυθμούς, φωνές, τρόπους αφήγησης και είδη πλάνων για ν’ αποδώσει με τον πιο πρωτότυπο ομολογουμένως τρόπο που έχουμε δει μέχρι σήμερα τι σημαίνει εργασιακό burnout στην εποχή μας. Αναδεικνύοντας εξίσου καλά το συγκεκριμένο και το φευγαλέο της κατάστασης, αλλά και την κυκλικότητα των συναισθημάτων για τα οποία μιλάει και μετατρέποντας σε εικόνα ψυχικές καταστάσεις τις οποίες συνδέει με τη σημερινή πραγματικότητα, η Durinova φανερώνει την οξυμένη εικαστική της αντίληψη και την σκηνοθετική της ευθυκρισία που βοηθιόνται ίσως κι απ’ το γεγονός πως τις καταστάσεις αυτές τις είχε για καιρό βιώσει κι η ίδια.
Το θέμα αποκαλύπτεται σταδιακά, καθώς η ταινία μοιάζει αρχικά μ’ υπαρξιακή ιστορία του ενός, στη συνέχεια, όμως, αρχίζουν να φαίνονται οι συνδέσεις μέσα από μια διαδοχή αφηγήσεων που δεν αποκαλύπτουν μονομιάς τα κοινά τους. Η πραγμάτευση είναι εξαρχής πολυεπίπεδη, δίνοντας στο θεατή υλικό να σκεφτεί και πιο γενικά, πάνω στο πώς οι συνθήκες δουλειάς συνθλίβουν το άτομο σε μια καπιταλιστική, καταναλωτική κοινωνία απαιτώντας απ’ αυτό να λειτουργεί μηχανιστικά κι αποξενώνοντάς το έτσι απ’ αυτό που δημιουργεί, απ’ τους άλλους και απ’ τον εαυτό του.
Η μαρξιστική αυτή ανάγνωση της αλλοτρίωσης που προκαλεί η εργασία σ’ ένα τέτοιο σύστημα δεν είναι δα και κάτι καινούργιο, είναι, όμως, αξιοσημείωτος ο τρόπος που η Durinova -ίσως επειδή μιλά για κάτι που εκπορεύεται κι απ’ την ίδια- κατορθώνει να μην υποβιβάσει το ατομικό για ν’ αναδείξει το συλλογικό – αντίθετα επιτυγχάνει να δώσει μια πνοή ποιητικότητάς και στα δύο.
Οι απαντήσεις εδώ, παρ’ όλη τη θεωρητική τους πλαισίωση, δεν δίνονται εύκολα, ούτε οριστικά, μια κι ο στόχος είναι ακόμα η αναζήτησή τους, αντ’ αυτού αναδεικνύεται η αξία του κρατήματος και της «αγκαλιάς», του τρόπου δηλαδή που οι άνθρωποι μπορούν να ξαναγίνουν πρόσωπα μέσα απ’ το συλλογικό, έχοντας ως ασφαλές καταφύγιο το «μαζί» τους.

Karlovy Vary 2025 /Proxima