(The Luminous Life)
του João Rosas
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_a-vida-luminosa.jpg

Είναι Μάης στη Λισαβόνα και ο Νικολάου που μόλις έκλεισε τα εικοσιτέσσερα δεν έχει όρεξη για πολλά. Ζει ακόμα με τους γονείς του, λαχταρά την πρώην κοπέλα του και το όνειρό του να γίνει επαγγελματίας μουσικός φαίνεται να καταρρέει. Συνεχίζει όμως να βρίσκεται ανόρεχτα με την μπάντα του, να βλέπει φίλους, να ασχολείται με περιστασιακές δουλειές που του προσφέρουν μερική απασχόληση και να περιπλανιέται στους δρόμους μιας πόλης κάθε άλλο παρά τουριστικής. «Πόσο κρατάει όμως η νεότητα; Όσο θέλουμε, μέχρι να πεθάνουμε, ή όσο ακόμα μπορούμε να τρέχουμε;». Ο Νικολάου, ως χαλαρός παρατηρητής και ευγενικός ακροατής, δεν έχει απαντήσεις ούτε σαφείς στόχους και όνειρα, όπως θα το ήθελαν οι γονείς του. Κατεξοχήν περιπλανώμενος, κουβαλάει την ατονία του, μια γλυκιά, σχεδόν αθώα μελαγχολία και ένα διακριτικό χιούμορ, στις συναντήσεις του κυρίως με ωριμότερες από αυτόν παλιές ή νεότερες συνομίληκες φίλες του, αναζητώντας κάτι που δεν μπορεί να κατονομάσει, ούτε καν να προσδιορίσει. Περιβαλλόμενος ωστόσο πάντα από την υποστηρικτική διάθεση και την ευεργετική καλοσύνη των άλλων.
Ανάλαφρο πορτρέτο της μεταμιλένιαλ γενιάς (γενιάς Ζ), τοποθετημένο στην ηλιόλουστη όσο και νυχτερινή Λισαβόνα, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του João Rosas συνεχίζει στην πραγματικότητα τις μικρού μήκους του Entrecampos (2012), Maria do Mar (2015) και Catavento (2020) στις οποίες απεικονιζόταν η παιδική και εφηβική ηλικία του Νικολάου, σταθερού και μη επαγγελματία πρωταγωνιστή του. Εδώ ο Rosas ακολουθεί τον ήρωα του που έχει μεγαλώσει αρκετά, καθώς αυτός κινείται με συναισθηματική αβεβαιότητα στα θολά όρια μεταξύ νεότητας και ενηλικίωσης σε μια πόλη που δοκιμάζεται από την ανεργία και την νεανική κινητικότητα αλλά δε συμμερίζεται πάντα την αβουλία και την παθητικότητά του.
Δομημένη σε μικρές πολύχρωμες βινιέτες με φόντο τους ζεστά φωτισμένους εσωτερικούς χώρους (και τα ονειροπόλα ημιτελή μουσικά θέματα της μπάντας του ήρωα), αλλά κυρίως το κατακερματισμένο αστικό τοπίο που εδώ προβάλλεται στην πεζή του -αλλά βιώσιμη- καθημερινότητα (με το φυσικό και θορυβώδες του ηχητικό background), η ταινία ακολουθεί μια ελικοειδή διαδρομή, καθώς η ροή της καθορίζεται από μια σειρά αλυσιδωτών γεγονότων που διαδέχονται το ένα το άλλο ή επανέρχονται λειτουργικά στο κινηματογραφικό σώμα. Η ροή αυτή που αντανακλάται και στον ρυθμό της ταινίας και διανθίζεται από μια σειρά χαλαρών διαλόγων ή μονολόγων και αυτοαναφορικών σχολίων (περί αγάπης, καπιταλισμού, πατριαρχίας, επισφάλειας στην εργασία αλλά και τέχνης και αρχιτεκτονικής), συνιστά ένα από τα βασικά στοιχεία της, που αν και φέρουν τη σφραγίδα προγενέστερων πορτογάλων δημιουργών παραπέμπουν σίγουρα και στο σινεμά του Ρομέρ και της Nouvelle Vague εποχής. Μια διαρκής κίνηση χαρακτηρίζει εξάλλου την ταινία. Πρόσωπα έρχονται και φεύγουν από τη ζωή του ήρωα, κάποια επανέρχονται άγνωστο για πόσο. Ρομαντικές απροσδόκητες συνευρέσεις που υπόσχονται νέα κεφάλαια στη ζωή του, τυχαίες συναντήσεις με φίλους, ένα χαλασμένο ποδήλατο που οδηγεί σε μια νέα φιλία, η οποία με τη σειρά της καταλήγει σε μια αβανταδόρικη προσωρινή εργασία και σε ένα ρομαντικό κυνήγι θησαυρού, μια συνέντευξη για δουλειά που καταλήγει σε μια δυσάρεστη ανακάλυψη και που με τη σειρά της δίνει ώθηση στον Νικολάου να μετακομίσει. Και μέσα σε όλα αυτά η μαγεία της σκοτεινής αίθουσας, τα κινηματογραφικά αφιερώματα της ιστορικής Ταινιοθήκης της Λισαβόνας και τα αποφθέγματα του Μπρεσόν δια στόματος ενός αλαφροΐσκιωτου κριτικού κινηματογράφου, με μια ελαφριά αίσθηση ειρωνείας αλλά και ενταγμένα οργανικά σε ένα δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο.
Γλιστρώντας έτσι ανάμεσα σε πρόσωπα, θέματα και τοπία, εσωτερικά ή εξωτερικά, κρατώντας ωστόσο καθαρή την εστίαση, το The Luminous Life του João Rosas καταφέρνει να φωτίσει με τον πιο γοητευτικό τρόπο τα αδιέξοδα μιας γενιάς και μιας αμφίρροπης εποχής με τον πιο φωτεινό τρόπο. «Από όλα τα σίγουρα πράγματα στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα πιο σίγουρο από την αμφιβολία», τραγουδάει με ενθουσιασμό μια χορωδία διαφορετικών γενεών, καθώς η κάμερα περιστρέφεται γύρω από τα μέλη της, στην εισαγωγική σκηνή της ταινίας. Και είναι αυτή η θριαμβευτική συνήχηση στην αποδοχή της πλήρους αβεβαιότητας, η από κοινού αντιμετώπιση μιας ζωής μεταβαλλόμενης και εφήμερης που συνιστά και τον πυρήνας της ταινίας.

Karlovy Vary 2025 / Διαγωνιστικό