του Daniele Luchetti 
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_confidenza.jpg

«Τα παιδιά πιστεύουν στα τέρατα, εγώ πιστεύω στην τερατώδη φύση των ανθρώπων, στην ικανότητα που έχουν οι άνθρωποι να βλάπτουν τους άλλους και πρώτα και κύρια τον ίδιο τους τον εαυτό.  Αυτός για μένα είναι ο πραγματικός εχθρός στην ταινία. Δεν τον βλέπεις, αλλά πάντα κρέμεται πάνω από τους χαρακτήρες»
D.L.
Αγάπη και φόβος. Δυο λέξεις γραμμένες στον πίνακα της τάξης ενός καθηγητή λογοτεχνίας σε προαστιακό λύκειο της Ρώμης, κάπου στη δεκαετία του 80, θα λειτουργήσουν όχι μόνο ως πηγή έμπνευσης για έναν καταιγισμό ιδεών αλλά και σαν πηγή διαρκούς έντασης  χωρίς διαφυγή. Γιατί ο Πιέτρο Βέλα, ιδιαίτερα δημοφιλής λόγω των εναλλακτικών του εκπαιδευτικών μεθόδων, θα παγιδευτεί σε ένα αγωνιώδες ισόβιο βασανιστήριο μετά την αποκάλυψη ενός τρομακτικού μυστικού στην πρώην μαθήτρια του Τερέζα με την οποία κάποια στιγμή συνάπτει μια παθιασμένη αλλά σύντομη ερωτική σχέση. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Πιέτρο θα έχει εξελιχθεί σε καταξιωμένο δοκιμιογράφο, σημαντικό παράγοντα του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και αφοσιωμένο οικογενειάρχη, η απειλή της αποκάλυψης εκείνου του ανείπωτου μυστικού θα επιστρέψει, οδηγώντας την αγωνία και τον φόβο που τον συνόδευαν μια ζωή στα άκρα. Σε μια απόκοσμη βουβή κραυγή σαν αυτή του Μουνκ. 
Με το Confidenza o Daniele Luchetti, μετά το Lacci/The Ties (2021), επιστρέφει διασκευάζοντας και πάλι ένα μυθιστόρημα του αγαπημένου του συγγραφέα Domenico Starnone, για να διερευνήσει την εύθραυστη φύση της εμπιστοσύνης και τη μετριότητα της φιλόδοξης ανθρώπινης ύπαρξης, αυτή τη φορά μέσα από ένα αυθεντικό ψυχολογικό θρίλερ που κινείται τυπικά στα όρια του οικογενειακού δράματος. Στο Confidenza η αδύναμη ανδρική συνείδηση κυριευμένη από τα δεσμά μιας άβολης ερωτικής σχέσης και ενός παρανοϊκού φόβου οδηγείται σε διαρκή φανταστικά άλματα προς το κενό, σε έναν αέναο συμβολικό θάνατο, στην ανυπαρξία εντέλει της ίδιας της ζωής. Ο Luchetti δημιουργεί ένα κλίμα διαρκούς έντασης που πηγάζει, τροφοδοτείται, καλύπτεται και επανέρχεται από ένα προσχηματικό αφηγηματικό στοιχείο, την αμοιβαία εξομολόγηση δύο πάλαι ποτέ εραστών, εκείνο το επίμαχο μυστικό που λειτουργεί ως ένα είδος «μαύρης τρύπας» όπως το αποκαλεί ο ίδιος και το οποίο δε φανερώνεται ποτέ στον θεατή. Στην πραγματικότητα ο σκηνοθέτης αρνούμενος να ικανοποιήσει την περιέργεια του κοινού, παίζει με τον θεατή ένα επίμονο παιχνίδι ανάλογο με αυτό που διαδραματίζεται ανάμεσα στους κεντρικούς ήρωες.  
Έχοντας συν-σεναριογράφο τον Francesco Piccolo, τον μουσικό Thom Yorke για την πρωτότυπη μουσική σύνθεση που δημιουργεί μια αίσθηση τεταμένης δυσαρμονίας  και τον εξαιρετικό Elio Germano στον πρωταγωνιστικό ρόλο , έναν χαρακτήρα που παρά την αποδόμησή του παραμένει τραγικά ανθρώπινος, (ενώ η  Federica Rosellini στον ρόλο της Τερέζας φαίνεται εγκλωβισμένη στην εμμονική, σχεδόν δαιμονική περσόνα της γυναίκας-τιμωρού), ο  Luchetti εγείρει κατά την πορεία του βίου του Πιέτρο Βέλα, -που φέρνει κάτι από την υπαρξιακή αγωνία ενός πιραντελλικού έργου -  πολλά μικρότερα ερωτήματα πέραν αυτού της εμπιστοσύνης, όπως της γοητείας και των σκοτεινών εμμονών, της προσωπικής φιλοδοξίας και της κατασκευής της εικόνας, της αδυναμίας αντιμετώπισης της πραγματικότητας και της διαρκούς φυγής. Αυτής που καταλήγει στην χαοτική αλλά ευφυή σκηνή του τέλους, σε έναν απεγνωσμένο αγώνα δρόμου μέσα από τον λαβύρινθο της μνήμης, ανάμεσα σε κινηματογραφικά σκηνικά και σκοτεινά τραυματικά μονοπάτια της ανθρώπινης συνείδησης.

Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2025/ Survey Expanded