του Φίλιππου Τσίτου
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_deksioseis.jpeg

Γνωστός κι αξιοσέβαστος δημοσιογράφος κάποτε, άνεργος και σε δύσκολη θέση τώρα, ο Δήμος Περπατάρης, εξπέρ στα αρχαιοελληνικά ρητά και στην ξεροκεφαλιά πάντοτε, πλήρωσε πριν χρόνια τις αρχές του ακριβά όταν απολύθηκε και δεν ξαναβρήκε δουλειά και μετά ήρθε κι η κρίση. Πλέον απειλείται με έξωση, ζητά απ’ όλους δανεικά κι είναι αμφίβολο πότε θα ξαναφάει ένα πλήρες γεύμα.  Λύση στο τελευταίο θα του βρουν οι «δεξιωσάκηδες», μια παρέα ετερόκλητων απόκληρων που τρώνε τζάμπα σ’ εκδηλώσεις απρόσκλητοι κι ας μην το χρειάζονται όσο εκείνος.  Θα γίνουν τ’ αποκούμπι του καθώς θα κατεβαίνει τα σκαλιά των αρχών του σταδιακά, όταν φτάσει, όμως, σ’ εκείνο της αξιοπρέπειας, μοιάζει κάπως σαν να διστάζει…
Κωμικό-δραματικό πορτρέτο ενός ασυνεννόητου αλλά έντιμου ανθρώπου και σατιρική ακτινογραφία/ηθογραφία μιας παρακμάζουσας κοινωνίας ενόσω καταρρέουν μαζί αλλά δεν βρίσκουν κοινό τόπο μεταξύ τους, οι πολύ καλές Δεξιώσεις του Φίλιππου Τσίτου έχουν κάτι το σπαρακτικό πίσω απ’ τα αστεία τους και το γέλιο που βγάζουν πονάει. Ο θεατής θα νοιώσει ανά στιγμές σαν να βρίσκεται μέσα στην ταινία κι αυτός μια κι οι καταστάσεις κι οι συμπεριφορές θα του είναι οδυνηρά γνώριμες κι η χώρα αυτή που ολοένα χάνει τη συλλογική ψυχή και τη μπέσα της δεν είναι άλλη απ’ τη δική του. Ο Τσίτος, που έχει ήδη δείξει το ταλέντο του στο να αναδεικνύει μέσα από προσωπικές ιστορίες κοινωνικά ζητήματα, διασκεύασε εδώ το ομώνυμο βιβλίο της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου με φελινική, εξπρεσιονιστική παλέτα κι αισθητική και με βαλκανική φασαριόζικη εξωστρέφεια στο ρυθμό, το ύφος και τους διαλόγους για να γλυκάνει όσο γίνεται την πικρή επίγευση της καθόδου του ήρωα στον νεοελληνικό αυτό Άδη της αδιαφορίας, της απληστίας και της έλλειψης ήθους. Τα πολύ πρακτικά διλήμματα επιβίωσης που τίθενται στον ήρωα σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση είναι η βάση της πλοκής, η αφήγηση, όμως, σχεδόν ρομερικά κατορθώνει να ανάγει το κυριολεκτικό, χωρίς να το εγκαταλείπει ποτέ, σε σύγχρονο μύθο/ παραβολή περί ήθους/ ηθικής κι ανθρώπινων σχέσεων που θέτει πολυεπίπεδα ερωτήματα ουσίας.
Το τι γίνεται όταν η αξιοπρέπεια, η αλληλεγγύη κι η ηθική ακεραιότητα αρχίζουν να εκλείπουν σε μια κοινωνία λόγω δυσκολιών ή δικαιολογιών –μια κι η ευθύνη είναι επίσης ένα θέμα που με πολλούς τρόπους τίθεται εδώ- είναι ο ένας άξονας γύρω απ’ τον οποίο περιστρέφονται οι Δεξιώσεις. Ο άλλος, αλληλένδετος κι εξίσου σημαντικός που τον βλέπουμε να επανέρχεται από διαφορετικές σκοπιές στις ταινίες του Τσίτου αφορά τη μοναξιά του ατόμου και το ανήκειν.
Ο Καφετζόπουλος, ταιριαστός πρωταγωνιστής των τελευταίων ταινιών του Τσίτου, εκφράζει κι εδώ, με μέτρο κι εσωτερικότητα, τη στενοχώρια, την αμηχανία και τη μοναξιά του ήρωα, που έχει μεν δύσκολο χαρακτήρα, ο λόγος, όμως, που νοιώθει παράταιρος είναι πιο βαθύς και υπαρξιακός, αφού το ήθος κι η εμμονή του στις αρχές του περί σωστού, σ’ ό,τι δηλαδή νοιώθει να τον συγκροτεί, δεν αναγνωρίζεται πια ως σημαντικό από κανέναν. Ή σχεδόν από κανέναν αφού ο ανθρωπισμός αν και δυσεύρετο ζητούμενο εδώ, δεν έχει όμως, εντελώς, εκλείψει. Μοναξιά, εξίσου μεγάλη με τον ήρωα, έχει κι η χώρα που ενοικεί αφού δεν την υπερασπίζεται κανένας κι ο πολιτισμός της ξεπουλιέται ως γράμμα κενό και αξιοθέατο απ’ τους αυτό-υποτιμημένους ιθαγενείς προς τέρψη των ξένων αφεντικών τους. Η σκηνή με τον Περπατάρη που λέει τα ρητά στο τραπέζι των Γερμανών είναι απ’ τις καλύτερες της ταινίας, δεικνύοντας και μια πολιτική οπτική, που δεν καταγγέλλει, αλλά υπογραμμίζει και παρατηρεί, ζητώντας απ’ το θεατή την προσοχή του.
Απέναντι στην κατάσταση αυτή, η φυγή στη φύση μοιάζει ως μόνη λύση επανεκκίνησης, όπως είδαμε να συμβαίνει πρόσφατα -και μάλλον διόλου τυχαία- και στον πολύ καλό Κόκορα του Τάσου Γερακίνη.  Και παρ’ ότι οι αρχαίοι μας πρόγονοι έχουν ένα κάρο ρητά ως απαντήσεις σ’ όλα αυτά που μόλις περιγράψαμε, η ταινία δεν επιλέγει να σταθεί εκεί, αλλά αντίθετα ζητά απ’ το θεατή να σκεφτεί μόνος του τα όσα είδε.