του Apichatpong Weerasethakul
(κριτική: Marcos Uzal)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_memoria.jpg

Το Memoria έγινε δεκτό από πολλούς ως η απόλυτη αισθητηριακή εμπειρία του φεστιβάλ [Καννών], που μας απάλλαξε επιτέλους από τόσες ταινίες με βαρετά θέματα και τόσες φουσκωμένες, τεμπέλικες ή ανόητες σκηνοθεσίες. Στις Κάννες φέτος, είδαμε καλές, εξαιρετικές ταινίες, αλλά πολύ λίγες που κατάφεραν να δημιουργήσουν τη δική τους αφηγηματική λογική και αισθητική συνοχή, ώστε να μας προκαλέσουν την αναστάτωση του καινούριου. Αυτό ισχύει και για την Annette του Leos Carax, το Drive My Car του Ryusuke Hamaguchi ή το υπέροχο Feathers του Αιγύπτιου Omar El Zohairy, Grand Prix της Εβδομάδας Κριτικής, που ανήκει σε εκείνες τις σπάνιες ταινίες, όπως αυτές του Apichatpong Weerasethakul, «που δεν είμαστε σίγουροι ότι δεν τις ονειρευτήκαμε», για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση του Serge Daney.
(...) Το Memoria, (...) ξεκινά από την ίδια την αντίληψη και από ένα χάσμα μεταξύ αυτής και της πραγματικότητας: μια γυναίκα προσπαθεί να καταλάβει από πού προέρχεται ο θόρυβος που ακούει τακτικά στο κεφάλι της, ένα είδος βίαιης, μεταλλικής έκρηξης. Πρώτα πρέπει να προσπαθήσει να ορίσει αυτόν τον ήχο και να τον αναπαράγει με τεχνικά μέσα. Στη συνέχεια, αφήνεται να την οδηγήσει σε ένα ταξίδι όλο και πιο ανοιχτό στις αισθήσεις και εντελώς υπνωτικό, όπως μόνο ο Weerasethakul ξέρει να κάνει.
Η μετακίνηση του ταϊλανδού σκηνοθέτη στην Κολομβία και το γεγονός ότι γυρίζει για πρώτη φορά με διεθνείς σταρ (Tilda Swinton, Jeanne Balibar), δεν βλάπτει καθόλου τη γοητεία του σινεμά του, γιατί για αυτόν δεν πρόκειται απλώς να γράψει μια ιστορία και να τη σκηνοθετήσει με ηθοποιούς, αλλά μάλλον να ακολουθήσει, να ερευνήσει, να εξερευνήσει μαζί τους τις αισθήσεις, για να φτάσει στην προέλευσή τους, στο αρχικό τους μυστήριο. Και στην ουσία, όπως αποδεικνύει πιο ξεκάθαρα από ποτέ (σχεδόν επιστημονικά), το Memoria είναι πάντα μια ιστορία μνήμης: μια μνήμη που περιορίζει την καθημερινότητά μας και που πρέπει να μάθουμε να ανοίγουμε για να αναπτύξουμε μια άλλη αντίληψη του παρόντος, και αυτή των πνευμάτων που πρέπει να ξέρουμε να ακούμε.
Στο Memoria, γίνεται επίσης πολύς λόγος για τρύπες και τούνελ: τρύπες που άνοιγαν οι αρχαίοι στο κρανίο των νεκρών για να απελευθερώσουν την ψυχή τους, τούνελ που έσκαψαν αρχαιολόγοι για να βρουν ίχνη αυτών των ανθρώπων του παρελθόντος, και πιο ακαθόριστες ρωγμές που ανοίγουν σε άλλες διαστάσεις του κόσμου. Η πρωταγωνίστρια της ταινίας ονομάζεται Jessica Holland, όπως η γυναίκα ζόμπι στο I Walked with a Zombie του Jacques Tourneur, και οι δύο ταινίες έχουν κοινό τον γλυκό τρόπο με τον οποίο καταρρίπτουν σταδιακά τα όρια του χρόνου και του χώρου, διαλύοντας τις αντιθέσεις μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, κόσμου των νεκρών και κόσμου των ζωντανών, απτών αισθήσεων και μεταφυσικών εμπειριών, πραγματικότητας και ονείρου, εγρήγορσης και ύπνου...
Με λίγα λόγια, ο κινηματογράφος στην πιο όμορφη εκδοχή του.

(δημοσιεύτηκε στο Cahiers du Cinéma n° : 778, μετάφραση Ethan Edwards)