(Lost Land) 
του Akio Fujimoto
(κριτική: Δημήτρης Μπάμπας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_hara-watan.jpg

Εστιάζοντας σε δυο ανήλικα μέλη της εθνότητας των Rohingya, η ταινία είναι μια καταγραφή των δύσκολων και δύσβατων διαδρομών της προσφυγιάς.
Ένα μικρό αγόρι και κορίτσι παίζουνε κρυφτό μέσα σε μία καλύβα. Βρισκόμαστε κάπου στην Ασία και, πιο συγκεκριμένα, στο Μπαγκλαντές. Το παιχνίδι διακόπτεται από τους μεγαλύτερους, μαζεύουνε τον νοικοκυριό τους και ετοιμάζονται να φύγουνε. Ανήκουν στη μειονότητα των Rohingya. Παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς: ένα καρότσι με το λιγοστά πράγματα, περπάτημα μέσα στη νύχτα. Χωρίζονται, και τα δύο παιδιά μαζί με την θεία τους, περνάνε στη Μαλαισία...
Οι Rohingya, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα , το 2017, υπήρξαν θύματα μιας εθνοκάθαρσης -από αρκετούς χαρακτηρίστηκε ως γενοκτονία- αφού εκδιώχθηκαν με τη βία από την Myanmar, βρίσκοντας καταφύγιο στο Μπαγκλαντές. Μια από τις πολλές, και άγνωστες στο δυτικό κόσμο, εθνοκαθάρσεις που συμβαίνουν σήμερα, στους σύγχρονους καιρούς.
Η ταινία παρακολουθεί από του σύνεγγυς μια τυπική διαδρομή της προσφυγιάς που ακολούθησαν τα μέλη της εθνότητας, τις διαδρομές των δύο παιδιών -της 9χρονης Somira και του 4χρονου Shafi - μαζί με την θεία τους, προς αναζήτηση ενός ασφαλούς τόπου. Η αφήγηση δεν στέκεται μόνο στις δραματικές κουφώσεις αλλά και στις μικρές στιγμές: οι πορείες μέσα στη νύχτα, το ταξίδι με το πλοίο των διακινητών, οι μικρές στιγμές της καθημερινότητας τους, ένα τραγούδι, το γεύμα μέσα στις πλαστικές σακούλες, ο θάνατος ενός συνεπιβάτη τους. Η αποβίβαση, εντέλει, στη νότια Ταϊλάνδη...
Ακροβατώντας συνεχώς στα όρια μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, ο Ιάπωνας σκηνοθέτης στη δεύτερη του ταινία, εστιάζει στα πρόσωπα των δύο παιδιών και την οδύσσεια τους: απεικονίζει δηλαδή την παιδική εκδοχή ενός τραυματικού γεγονότος. Είναι αυτά τα ντοκιμαντερίστικα στοιχεία – τα οποία η σκηνοθεσία αναπαράγει συνεχώς- που σφραγίζουν τη συνολική αισθητική της ταινίας. Ο ανημέρωτος θεατής, τουλάχιστον στις αρχές της ταινίας, σχηματίζει την εντύπωση ότι βλέπει ένα πραγματικό ντοκιμαντέρ, και αυτό όχι μόνο εξαιτίας της ανεπιτήδευτης υποκριτικής των πρωταγωνιστών -παιδιών. Στο επίτευγμα αυτό πρέπει να αναγνωριστεί και η συμβολή του διευθυντή φωτογραφία Yoshio Kitagawa, γνωστού από τη συνεργασία του με τον Ryusuke Hamaguchi στο Evil Does Not Exist. Η ντοκιμαντερίστικη ευκινησία και η ευελιξία της σκηνοθεσίας, η αίσθηση ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι η πραγματικότητα, είναι ό,τι εντυπώνεται στο αισθητικό επίπεδο. Στο επίπεδο της μυθοπλασίας ό,τι εντυπώνεται στον θεατή δεν είναι δυστυχώς κάτι νέο: είναι η τραγική μοίρα του εκτοπισμού και της προσφυγιάς που επιφυλάσσεται στους δύο πρωταγωνιστές...

La Biennale di Venezia 2025/ Orizzonti