(In the Truck)
του David Pablos
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Στις σκονισμένες παρυφές ενός μεξικάνικου αυτοκινητόδρομου, στον ανδροκρατούμενο κόσμο των φορτηγατζήδων, η τυχαία συνάντηση ενός μοναχικού μεσήλικα οδηγού νταλίκας με ένα γκέι αγόρι, κυνηγημένο από τα καρτέλ ναρκωτικών και τον προαγωγό του, γίνεται η αρχή μιας κοινής οδικής περιπλάνησης, που η εγγύτητά της βαθαίνει κατά τη διαδρομή, για να έρθει αναπόδραστα αντιμέτωπη με ένα επώδυνο αλλά καθαρτήριο τέλος.
Όταν ο Veneno ζητάει επίμονα από τον επιφυλακτικό αρχικά Muñeco να τον πάρει στο 18τροχο φορτηγό του, τα πρώτα σημάδια απειλής βρίσκονται ήδη εδώ, σε αυτό που ο νεαρός προσφέρει ως αντάλλαγμα. Η λευκή σκόνη που το αγόρι κουβαλάει μαζί του, ως λάφυρο ενός βίαιου και αποτρόπαιου παρελθόντος που τον στοιχειώνει- και επανέρχεται ως εφιαλτικό και αινιγματικό flash back κατά τη διάρκεια της ταινίας- θα είναι το ευπρόσδεκτο εισιτήριο για ένα ταξίδι που οι στάσεις του θα γίνονται όλο και πιο αποκαλυπτικές, τολμηρές ερωτικά αλλά και ακραία επικίνδυνες. Ταξίδι που ελάχιστα θυμίζει το ομότιτλο μυθιστόρημα του Jack Kerouak παρά μόνο στο ότι ο δρόμος, η διαρκής μετακίνηση, απομένει για τις τσακισμένες ψυχές των ταξιδιωτών η μόνη διέξοδος. Ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας En el camino ( In the Truck) θα ήταν ίσως ακριβέστερος.
Σε ένα σκηνικό που οριοθετείται από τον σκληροτράχηλο κόσμο των νταλικιέρηδων, όπου η ωμότητα και η υπερ-αρρενωπότητα συμβαδίζουν με τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη και με φόντο μια χώρα όπου η βία και η εγκληματικότητα οργώνουν τους μεγάλους δρόμους από άκρη σε άκρη, ο David Pablos στήνει με ρεαλιστικό τρόπο μέσα σε ένα φορτηγό, και ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, το προσωρινό καταφύγιο δύο ανδρών, υφαίνοντας με αριστοτεχνικό τρόπο ένα γοητευτικό θρίλερ,μια ταινία δρόμου γεμάτη ένταση, απειλή, λαγνεία, έντονες σεξουαλικές σκηνές αλλά και εύθραυστη τρυφερότητα, μια ιστορία μοναξιάς που θα μπορούσε να είναι και ιστορία αγάπης.
Ακολουθώντας δύο ανδρικούς χαρακτήρες που ενσαρκώνουν εντελώς διαφορετικά πρότυπα, πλαισιωμένα αμφότερα από τη βία αλλά και την απουσία οικογένειας, η ταινία δεν παύει ούτε στιγμή να αμφισβητεί την αντρική κυριαρχία και την παραδοσιακή-τοξική αρρενωπότητα, άλλοτε χλευάζοντάς την μέσα από ευτράπελες καταστάσεις ή αφηγήσεις και άλλοτε οδηγώντας την σε ακραία άγριες σκηνές, εμποτισμένες με αίμα. Μέσα από αυτές τις αντιθέσεις που τις ακολουθεί και στον τρόπο κινηματογράφησης, από τα υπέροχα στατικά πλάνα έως τις πιο ακατέργαστες σκηνές με κάμερα στο χέρι, ο μεξικανός σκηνοθέτης καταφέρνει να ισορροπεί διαρκώς τη βιαιότητα που απορρέει από ένα περιβάλλον υπαρκτό με τη φευγαλέα οικειότητα, τη σύγκρουση σεξουαλικής επιθυμίας-απώθησης με την στιγμιαία αποδοχή, την στερεοτυπική ετερότητα με μία τρυφερότητα που αγγίζει τον κόσμο της φαντασίας. Η σεξουαλική παρόρμηση που δεν έχει τίποτα το ηδονοβλεπτικό αλλά εικονίζεται με ειλικρίνεια και φυσικότητα, θολώνεται κι αυτή από την ανασφάλεια και την αγωνία επιβίωσης, συμβάλλοντας στη ρευστότητα που κυριαρχεί στην ταινία.
Μέσα σε αυτή τη ζοφερή διαδρομή, που φωτίζεται από παρηγορητικές σιωπές και ένα μελαγχολικό φως στις ενδιάμεσες στάσεις, οι ήρωες του Pablos δεν είναι ούτε άγγελοι, ούτε διάβολοι. Θα φλερτάρουν με τον κίνδυνο, θα κάνουν (ή μπορεί και όχι) τις επιλογές τους και θα πληρώσουν το τίμημα με τον πιο τιμωρητικό τρόπο. Θα έχουν βιώσει ωστόσο την ανθρώπινη ζεστασιά, επιθυμία και απόγνωση, χορεύοντας αργά την κολομβιανή μπαλάντα «Los Caminos de la Vida» («Τα Φορτηγά της Ζωής»), σε μια από τις ωραιότερες και πιο συγκινητικές στιγμές ενός τολμηρού σινεμά, που σε πολλές χώρες διεκδικεί ακόμα την ορατότητά του.
La Biennale di Venezia 2025/ Orizzonti



