(Κότα)
του György Pálfi
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_hen.jpg

Ο Μαγυάρος Γκιόργκι Πάλφι έχει στο παλμαρέ του ετερόκλητες ταινίες μεγάλου μήκους με αλλόκοτη ματιά, οι οποίες συνοδεύονται από πλήθος βραβεύσεων. Δείχνοντας ιδιαίτερη ευελιξία στο «πειραγμένο» σινεμά είδους, ο Πάλφι περιηγείται στο φολκλόρ («Hukkle», 2002), το στυλιζαρισμένο σινεμά τρόμου («Taxidermia», 2006), το δράμα αυτοσχεδιασμού («Δεν είμαι ο φίλος σου», 2009), την επιστημονική φαντασία («His Master’s Voice», 2018) και τη σουρεαλιστική εσχατολογία («Αιωνιότητα», 2021).
Η γνωριμία με τη σκηνοθετική του ματιά στην Ελλάδα γίνεται μέσα από το πρίσμα μιας... κότας. Εκκινώντας από τις κλωσσομηχανές και τη μαζική παραγωγή πουλερικών, ο Πάλφι κατευθύνει την προσοχή μας σε έναν μαύρο νεοσσό που ξεχωρίζει μέσα σε έναν κίτρινο ωκεανό. Σύντομα, η μαύρη κότα θα βρεθεί εκτός του αρχικού της πλαισίου και θα καταλήξει σε ένα κακοσυντηρημένο αρχιτεκτονικό αχταρμά: σπίτι, μαγαζί, κοτέτσι. Το οίκημα αυτό προορίζεται για ψαροταβέρνα, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί ως σταθμός λαθρεμπορίου νοθευμένου αλκοόλ. Ο ματαιωμένος και αδρανής ιδιοκτήτης (Γιάννης Κοκιασμένος) γίνεται καθημερινός μάρτυρας της σχέσης της κόρης του με έναν διεφθαρμένο τελωνιακό υπάλληλο. Η κότα, κάνοντας αυγά και φέρνοντας στον κόσμο νεοσσούς, έρχεται να ανατρέψει την αρχική συνθήκη της ύπαρξής της, επηρεάζοντας παράλληλα και τον ιδιοκτήτη, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται η τοπική μαφία.
Σινεφίλ ταινίες με πρωταγωνιστές ζώα έχουν υπάρξει και στο παρελθόν, με αποκορύφωμα το αριστούργημα «Στην Τύχη ο Μπαλταζάρ» του Μπρεσόν, τη μάλλον αναιμική απόπειρα αναφοράς σε αυτό («ΕΟ» του Σκολιμόφσκι), καθώς επίσης και την «Αρκούδα» του Ζαν-Ζακ Ανό. Η «Κότα» κλείνει το μάτι στον Μπρεσόν μέσα από τη σκηνή του λαθρεμπορίου, ωστόσο σε αυτό ακριβώς το σημείο σταματά και κάθε παραλληλισμός. Ο Πάλφι δημιουργεί μια ειρωνική κωμωδία με τον αναμενόμενο (και προβληματικό) ανθρωπομορφισμό, απόγειο του οποίου αποτελεί ο έρωτας με την πρώτη ματιά μέσα στο κοτέτσι.
Θα πρέπει, ωστόσο, να παραδεχθούμε ότι οι λήψεις είναι εντυπωσιακές. Τα κοντινά πλάνα στο κεφάλι του πτηνού, με τα διερευνητικά μάτια πάνω σε έναν λαιμό που κινείται σαν περισκόπιο, δημιουργούν την ψευδαίσθηση της «υποκριτικής». Το αδέξιο φτερούγισμα και ο πανικός του παραπέμπουν σε ύφος καρτούν, εντάσσονται όμως οργανικά στην κινηματογραφική λογική του Πάλφι. Καθώς οι ανθρώπινοι χαρακτήρες κινούνται στο παρασκήνιο, οι ερμηνείες τους κρίνονται ικανοποιητικές. Παράλληλα, θα μπορούσε κανείς να εικάσει ότι η αυτοκαταστροφή των ανθρώπων και ο «θρίαμβος» των ζώων αποτελεί ένα κωμικό υστερόγραφο στην weird wave τροπή μιας ζωής χωρίς την ανθρώπινη παρουσία.

ΚΟΤΑ, Γκιόργκι Πάλφι,Γερμανία/Ελλάδα/Ουγγαρία, 2025