Πριν από 25 χρόνια, στο ξεκίνημα της εκτενούς φιλμογραφίας του Σταύρου Ψυλλάκη, σε μια από τις πρώτες σκηνές της ταινίας Ο Άνθρωπος που Ενόχλησε το Σύμπαν (2000), βλέπουμε τον Μιχάλη, τρόφιμο στο Ψυχιατρείο Χανίων, να σκαλίζει μια πέτρα. «Προσπαθώ να μου δείξει αυτό το ίδιο το άγαλμα πώς θα το προχωρήσω. Τι μορφή θα μου δώσει, δουλεύοντάς το», τον ακούμε να λέει, καθώς συνεχίζει με προσήλωση την εργασία του.
Με εκκίνηση το ταπεινό αυτό λάξευμα της ακατέργαστης πρώτης ύλης και απώτερο προορισμό το σμίλευμα του ανθρώπινου πνεύματος, μια νοητή γραμμή φαίνεται να διαπερνάει ολόκληρο το έργο του Χανιώτη δημιουργού και ντοκιματερίστα, με τη χαρακτηριστική ματιά και τον έντονα ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του. Η ταινία Σμιλεμένες Ψυχές (2025) αποτελεί τον πιο πρόσφατο σταθμό στη μακρά αυτή πορεία, και μάλιστα ένα από τα αρτιότερα και πιο εξαίρετα δείγματά της εργογραφίας του Σταύρου Ψυλλάκη.
Η ταινία αποτελεί ένα λυρικό πορτρέτο του Ελβετού οδοντογιατρού Ζιλιέν Γκριβέλ, ο οποίος από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 μέχρι και το 1998 επισκεπτόταν την Ελλάδα για να περιποιηθεί αφιλοκερδώς τους χανσενικούς (λεπρούς) του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων «Η Αγία Βαρβάρα» στην Αθήνα. Εκεί είχαν μεταφερθεί οι τελευταίοι εναπομείναντες ασθενείς από τη Σπιναλόγκα, όταν το λεπροκομείο που λειτουργούσε στο νησί από τις αρχές του 20ου αιώνα έκλεισε οριστικά το 1957.
Η ξεχωριστή φυσιογνωμία του Γκριβέλ ξεχωρίζει αμέσως για τον όμορφο, ποιητικό του λόγο (σε άψογα ελληνικά), τον βαθύ ανθρωπισμό και την ευγένειά του, αλλά και την απλότητα που χαρακτηρίζει τους τρόπους του. Όπως γράφει στο βιβλίο του Ελλάδα, H δική μου Ιθάκη (εκδ. Περιφέρεια Κρήτης, 2022): «Οι ασθενείς των οποίων έφτιαξα τα δόντια ήταν η αρχή του τεράστιου δικτύου φιλικών σχέσεων που έχω χτίσει στην Ελλάδα. Κάτι σαν τον “μίτο της Αριάδνης” που με οδήγησε βαθιά στο πνεύμα, τη σκέψη και τους ανθρώπους αυτής της θαυμαστής χώρας. Ο πρώτος υπεύθυνος αυτής της υπέροχης αποκάλυψης για μένα ήταν ο Μανώλης Φουντουλάκης, ο μπάρμπα-Μανώλης. Τον συνάντησα για πρώτη φορά στο νοσοκομείο το 1973 ενώ νοσηλευόταν για υποτροπή της νόσου». Ο ίδιος ο «μπάρμπα-Μανώλης» εμφανίζεται μέσα από πλάνα αρχείου, καθώς διηγείται την προσωπική του διαδρομή και τις δυσκολίες που την στιγμάτισαν εξαιτίας της ασθένειάς του. Όπως εκμυστηρεύτηκε κάποτε στον Γκριβέλ: «Ξέρεις φίλε, από τις δοκιμασίες αυτές βγαίνει όμορφα σμιλεμένη η ψυχή του ανθρώπου».![]()
Τη χρονιά που ο Γκριβέλ γνωρίζεται με τον «μπάρμπα-Μανώλη», ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν-Ντανιέλ Πολέ γυρίζει το ντοκιμαντέρ L’Ordre (1973) για τους ασθενείς στη Σπιναλόγκα. Εκεί ξεχωρίζουν τα πλάνα όπου απεικονίζεται ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης (μερικά από τα οποία ξαναχρησιμοποίησε και ο Ψυλλάκης στην τελευταία του ταινία), ο οποίος έφτασε στη Σπιναλόγκα ως ασθενής το 1936 και κατόπιν έπαιξε κεντρικό ρόλο στις πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στο νησί. Η εντυπωσιακή εξωτερική του εμφάνιση σε συνδυασμό με τον αιχμηρό, καταγγελτικό λόγο του ενέχουν μια δύναμη συγκλονιστική. Όπως λέει ο ίδιος με βραχνή, δυσκολοχώνευτη, αλλά σταθερή φωνή: «Εσείς σε λίγο θα μαζέψετε τις μηχανές σας και θα φύγετε, εμείς όμως θα μείνουμε εδώ… Ίσως μέσα σας να γεννιόνται αισθήματα λύπης. Mας λυπάστε γιατί είμαστε άρρωστοι, όμως νομίζω εμείς πρέπει να λυπούμεθα για σας· γιατί αν εμάς ένας τοίχος μας χωρίζει από τη ζούγκλα της ζωής, όμως βρήκαμε το στόχο και το σκοπό της ζωής, μέσα εδώ στο καμίνι της αρρώστιας και της απομονώσεως».![]()
Ακόμα και μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης και κοινωνικού αποκλεισμού όπως αυτές που ήταν αναγκασμένοι να ζουν οι χανσενικοί στη Σπιναλόγκα, υπήρξε χώρος για την καλλιέργεια ουσιαστικών κοινωνικών σχέσεων, ακόμα και τη δημιουργία οικογενειών. «Στη Σπιναλόγκα ίσως δημιουργήθηκε μια κοινωνία ιδανική, ανθρώπινη… Κανείς δεν πέθανε μονάχος εκεί, όπως συμβαίνει σε ένα νοσοκομείο», ακούγεται η φωνή του αφηγητή στο L’Ordre, αντιπαραβάλλοντας έτσι την κοινωνικότητα και την αίσθηση αλληλεγγύης της ζωής στο νησί με τον περιοριστικό και απρόσωπο χαρακτήρα ενός αστικού κλινικού ιδρύματος. Ο δηκτικός λόγος του Ρεμουντάκη, μαζί με το αίσθημα ηθικής αυτοδικαίωσης και απαξίωσης του «έξω» κόσμου που τον διακρίνουν, θα βρουν απόηχο αρκετά χρόνια αργότερα στα λόγια του «ανθρώπου που ενόχλησε το σύμπαν» - του ποιητή Γιώργη Κοκκινίδη, έγκλειστου στο Ψυχιατρείο Χανίων: «Η ελευθερία καταπιέζεται και καταπατιέται εδώ μέσα. Ανησυχώ γι’ αυτούς που ανησυχούν για μένα».
Ψηλαφώντας περαιτέρω τη γενεαλογία των ταινιών τεκμηρίωσης με παρόμοια θεματική, συναντάμε το μικρού μήκους ντοκιμαντέρ The House is Black (“Khaneh siah ast”, 1963), το οποίο γυρίστηκε δέκα χρόνια πριν από το L’Ordre από την Ιρανή Φορούγ Φαροχζάντ. Ήταν η μόνη ταινία που πρόλαβε να ολοκληρώσει, καθώς έχασε τη ζωή της το 1967 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Με ποιητική ευαισθησία, τόλμη και αμεσότητα, χωρίς να χαρίζεται στον θεατή, η Φαροχζάντ δημιουργεί μια κινηματογραφική κατάθεση απαράμιλλης δύναμης και λυρισμού για τη ζωή και τα βάσανα των χανσενικών σε ένα λεπροκομείο του Ιράν. Μέσα από έναν πρωτότυπο και ευφάνταστο συνδυασμό αποσπασμάτων από την Παλαιά Διαθήκη, το Κοράνι και δικά της ποιήματα, η Φαροχζάντ φτιάχνει μια αφήγηση που, μέσα από τη δημιουργική αντιπαραβολή λόγου και εικόνας, κατορθώνει να μιλήσει με πρωτόφαντο βάθος για την ανθρώπινη κατάσταση, τον κόσμο, την ομορφιά και την ασχήμια. Όπως ακούγεται στην αρχή της ταινίας, και ενώ ακόμη το φόντο παραμένει μαύρο: «Δεν υπάρχει έλλειψη ασχήμιας στον κόσμο. Αν ο άνθρωπος έκλεινε τα μάτια του σε αυτήν, θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη».![]()
Η ανάγκη να αντικρίσουμε την πραγματικότητα κατάματα και να μην γυρίσουμε αλλού το βλέμμα, να αφουγκραστούμε και να προσεγγίσουμε τον Άλλο αντί να τον προσπεράσουμε με απάθεια ή αδιαφορία, αποτελεί κοινό -υπόρρητο- πρόταγμα σε όλες τις παραπάνω ταινίες. Με τον τρόπο ζωής και το παράδειγμά τους, άνθρωποι όπως ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης και ο Μανώλης Φουντουλάκης πρόβαλλαν μια ηθική στάση αδιαπραγμάτευτη και κατήγγειλαν την κοινωνική αδικία και αδιαφορία. Παράλληλα, άνθρωποι όπως ο Ζιλιέν Γκριβέλ και η Φορούγ Φαροχζάντ (η οποία κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας της δέθηκε με ένα νεαρό χανσενικό αγόρι, τον Χοσεΐν, τον οποίο και υιοθέτησε), μας υπενθυμίζουν ότι η αληθινή ομορφιά βρίσκεται μέσα στον καθένα μας – η φανέρωσή της δεν είναι παρά το αποτέλεσμα πολύχρονου σμιλεύματος, όχι μιας άψυχης ακατέργαστης ύλης, αλλά της ίδιας της ανθρώπινης ψυχής.



