Το σινεμά, το φιλμ ειδικότερα, κατασκευάζεται από κομμάτια της πραγματικότητας, φιλμαρισμένα, κομμάτια της πραγματικότητας όπως σπίτια, ανθρώπους, γυναίκες, άντρες, παιδιά και γέρους, χωράφια, βουνά, θάλασσες, ποτάμια, δάση, συνοικίες, αυτοκίνητα, δένδρα, ουρανούς, δηλαδή τις εικόνες τους κινηματογραφημένες· καθώς και από ήχους, ομιλίες, ήχους αυτοκινήτων, πουλιών, μηχανημάτων και πόλεων, καθώς και μονολόγους. Το ότι το φιλμ αποτελείται από κομμάτια πραγματικότητας, φιλμαρισμένα, σκηνοθετημένα, επεξεργασμένα και μονταρισμένα, του δίνει μια οντότητα “φαινομενολογική”, δηλαδή προσεγγίσιμη φαινομενολογικά, όπως έπραξε και σκέφτηκε ο σπουδαίος κριτικός κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν (1918–1958). O Mπαζέν ανέδειξε και προώθησε αυτή τη φαινομενολογική προσέγγιση και κριτική του φιλμ, επηρεασμένος από τη φαινομενολογία του φιλόσοφου Χούσερλ.
Ο κινηματογράφος, πιστεύει ο Μπαζέν, είναι μια καταγραφή της πραγματικότητας. Επεκτείνει μια αρχαία ανθρώπινη επιθυμία να διατηρήσει τον κόσμο. Μιλάει για ένα «σύμπλεγμα μούμιας» (σωτηρία όντων από την εξαφάνιση). Για αυτόν ο κινηματογράφος είναι βαθιά ρεαλιστικός από τη φύση του. Για τον Αντρέ Μπαζέν η εικόνα της ταινίας διατηρεί ένα οντολογικό ίχνος πραγματικότητας. Αυτό που βλέπουμε στην οθόνη υπήρχε στην πραγματικότητα. Υπάρχει μια συνέχεια μεταξύ κόσμου και εικόνας. Το συμπέρασμά του είναι πως ο κινηματογράφος μας φέρνει πιο κοντά στον κόσμο.
Κατά την άποψη του Μπαζέν έπρεπε, το σινεμά για να διατηρήσει τη σχέση του προς την πραγματικότητα, να προσανατολιστεί όχι προς το έντονο μοντάζ αλλά προς έναν κινηματογράφο που θα βασίζεται σε δέσμες πραγματικότητας, σε κομμάτια αλήθειας και σε μεγάλα πλάνα που θα μπορούσαν να διατηρήσουν την αλήθεια των αναπαραστάσεων και της υλικής, κοινωνικής και ανθρώπινης πραγματικότητας.
Φυσικά οι θεωρίες αυτές μετεξελίχτηκαν και έδωσαν θέση σε ευρύτερες φιλμικές απόπειρες και πρακτικές, για παράδειγμα στα "Cahiers du Cinéma", με συντάκτες τους σκηνοθέτες της γαλλικής Nouvelle Vague, μα και στην πλούσια αγγλοσαξωνική κριτική. O Γάλλος σκηνοθέτης Arnaud Desplechin στο φιλμ του "Spectateurs!" (2024), αναφέρεται στην άποψη του φιλοσόφου και θεωρητικού του σινεμά, Stanley Cavell, όπως διατυπώνεται στο βιβλίο του The World Viewed: Reflections on the Ontology of Film (στα γαλλικά, La projection du monde. Réflexions sur l’ ontologie du cinéma). Το φιλμ είναι φτιαγμένο από σκηνοθετημένα και μονταρισμένα κομμάτια πραγματικότητας. Ο Ντεπλεσέν και ο Καβέλ μας λένε πως τα κομμάτια πραγματικότητας που βρίσκονται μέσα στις ταινίες φορτίζονται σύμφωνα με τον Cavell από σημασίες, από νοήματα, παύοντας να είναι απλά κομμάτια φιλμαρισμένης πραγματικότητας. Η προβολή τους τα κάνει να λάμπουν από σημασιοδοτήσεις.
Ο Cavell συμφωνεί με τον Μπαζέν σε ένα βασικό σημείο, πως ο κινηματογράφος αποτυπώνει τον κόσμο όπως είναι. Επομένως και οι δύο απορρίπτουν την ιδέα ότι ο κινηματογράφος είναι μια απλή υποκειμενική κατασκευή. Ο Cavell θέτει ένα απλό αλλά ριζοσπαστικό ερώτημα: Τι βλέπουμε πραγματικά όταν παρακολουθούμε μια ταινία; Πιο συγκεκριμένα: Είναι πραγματικότητα; Μια αναπαράσταση; Μια ψευδαίσθηση; Ο κινηματογράφος δεν είναι ούτε απλό αντίγραφο της πραγματικότητας, ούτε καθαρή μυθοπλασία. Είναι μια προβολή του πραγματικού κόσμου, αλλά ως απουσία. Ο κινηματογράφος χρησιμοποιεί πραγματικά θραύσματα του κόσμου (ηθοποιούς, αντικείμενα, τοποθεσίες γυρισμάτων), αυτά τα στοιχεία υπήρχαν μπροστά στην κάμερα, ωστόσο, στην οθόνη, απουσιάζουν εδώ και τώρα. Επομένως η ταινία είναι φτιαγμένη από καταγεγραμμένη πραγματικότητα, αλλά αυτή η πραγματικότητα είναι αποκομμένη από την παρουσία της. Στο σινεμά ο κόσμος υπάρχει κι αφήνει ίχνη ως έλλειψη. Ο Cavell μιλάει για ένα παράδοξο: Βλέπουμε τον κόσμο, αλλά έναν κόσμο από τον οποίο είμαστε χωρισμένοι. Με απλά λόγια, φιλμ = καταγεγραμμένη παρουσία + απουσία.
Στο έργο του Bazin, τα θραύσματα της πραγματικότητας διατηρούν την αυθεντικότητά τους, παρατείνουν την παρουσία του κόσμου. Στο έργο του Cavell αυτά τα ίδια θραύσματα γίνονται ξεχωριστές εικόνες, μάρτυρες ενός χαμένου κόσμου. Ο Bazin και ο Cavell συμφωνούν ότι ο κινηματογράφος καταγράφει θραύσματα της πραγματικότητας. Ωστόσο, ενώ ο Bazin βλέπει σε αυτή την καταγραφή μια εγγύηση παρουσίας και συνέχειας με τον κόσμο, ο Cavell τη βλέπει, αντίθετα, ως αποστασιοποίηση: ο κινηματογράφος προβάλλει έναν πραγματικό κόσμο, αλλά ως έναν που απουσιάζει ανεπανόρθωτα από τον θεατή.
Ο κινηματογράφος, το φιλμ μπορεί να αναλυθεί σημειολογικά, ως κινηματογραφική δομημένη γλώσσα, όπως την ανέλυσε υποδειγματικά, στρουκτουραλιστικά και γλωσσολογικά ο πρώτος διδάξας, ο Γάλλος γλωσσολόγος Κριστιάν Μετς, και άλλοι που τον ακολούθησαν, ο Ρεϊμόν Μπελούρ, ο Νόελ Μπερτς, ο Τιερύ Κυντζέλ κι ο Ρόμπερτ Σταμ. Ο Μετς μελέτησε το σινεμά και το φιλμ και το πού αυτά τέμνονται, την κινηματογραφική γλώσσα και τις ιδιαιτερότητές της, κ.ο.κ. Τις σημειολογικές έρευνες του Μετς για την ταινία συμπληρώνουν οι αφηγηματολογικές προσεγγίσεις των γλωσσολόγων Γκριμάς, Ζενέτ, Στάνζελ και του θεωρητικού του σινεμά Ρόμπερτ Σταμ, θεωρώντας τον κινηματογράφο βασικά μια μυθοπλαστική κι αφηγηματική τέχνη και γλώσσα (τα εκθέτει παραστατικά η Δέσποινα Κακλαμανίδου στο βιβλίο της “Όταν το μυθιστόρημα συνάντησε τον κινηματογράφο”, εκδ.Αιγόκερως).
Ο Μπαζέν ήταν σπουδαίος κριτικός και θεωρητικός γιατί έγραφε συγκεκριμένες προσεγγίσεις κι αναλύσεις των ταινιών με τις οποίες καταπιανόταν, ξεκινώντας από τα “φιλμικά φαινόμενα” με τα οποία ασχολείτο γράφοντας, ξεκινώντας από τα φαινόμενα και τις φιλμικές μορφές που παρατηρούσε, προσέγγιζε και ανέλυε έχοντας τις ταινίες απέναντί του. Δεν έγραφε αναλύσεις που χάνονταν στο διάστημα, τουναντίον, ξεκινούσε από το συγκεκριμένο. Όμως υπέβοσκε στην προσέγγισή του μια φιλοσοφία, μια θεώρηση, η εμπνευσμένη από τον Γερμανό φιλόσοφο Έντμουντ Χούσερλ, φαινομενολογία ή φαινομενολογική φιλοσοφία. Τα κείμενα του Μπαζέν ήταν μεστά και στοχαστικά, αποτελούσε, σε μια πολύ μακρινή εποχή, ένα υπόδειγμα κριτικού και θεωρητικού του σινεμά άξιο θαυμασμού, γι' αυτό ενέπνευσε τους νεότερους Γάλλους κριτικούς και έφτιαξαν μαζί τo περίφημo και σπουδαίο περιοδικό “Cahiers du Cinéma”. Να συμπληρώσω πως παρά το ότι στο νου του Μπαζέν υπέβοσκε μια φιλοσοφία, δεν την εξέθετε στη βιτρίνα κάθε τόσο, όπως έκαναν αρκετοί κριτικοί, κυρίως μαρξιστές, που μέσα στα κείμενά τους παρέθεταν τη θεωρία που τους ενέπνεε και τα διαβάσματα που είχαν κάνει.
Το σινεμά συλλαμβάνει άμεσα στον Ροσελίνι κομμάτια πραγματικότητας, όπως κατάλαβε ο Αντρέ Μπαζέν και άλλοι θεωρητικοί. Επιπλέον προσδίδει στην πραγματικότητα που συλλαμβάνει, την ηθική διάσταση της αλήθειας, την ηθική του αληθινού σε αντίθεση με το πεποιημένο, το ψεύτικο, το ανήθικο και το αναληθές. Η φιλμική αναπαράσταση κι απεικόνιση πραγματοποιείται σύμφωνα με την ηθική, το διαθλαστικό φίλτρο και την πολιτική ηθική του σκηνοθέτη. Αναφορικά με τη σχέση, στο σινεμά, της ηθικής, της ηθικής στάσης του δημιουργού, με την πραγματικότητα και την αλήθεια, ο Ρ.Ροσελίνι είπε: «Δεν υπάρχει καμία τεχνική για να καταδείξεις την πραγματικότητα. Μόνο η ηθική στάση μπορεί να το πετύχει αυτό. Η κάμερα είναι ένα επιστημονικό εργαλείο χωρίς αξία, αν δεν έχεις κάτι σημαντικό να πεις. Το να συζητάμε σήμερα για το σινεμά με αυστηρά αισθητικούς όρους είναι άχρηστο. Υπάρχει μόνο μια ερώτηση: Πώς μπορείς να ξυπνήσεις τις συνειδήσεις».



