Με την ευκαιρία του ότι η πλατφόρμα streaming Cinobo προβάλει ορισμένα φιλμ του Βασίλη Μαζωμένου, γράψαμε το παρακάτω σχετικό κείμενο.
Το πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ του σκηνοθέτη Βασίλη Μαζωμένου ήταν το "Μέρες οργής, ένα requiem για την Ευρώπη", του 1995, ένα πειραματικό, ποιητικό animation, χωρίς τεχνική τελειότητα, και με χρησιμοποίηση "ηθοποιών" (μεταξύ αυτών τον πειραματικό σκηνοθέτη Κώστα Σφήκα). Η αφηγηματική γραμμή ακολουθεί τον Δαίδαλο που περιπλανάται σε διάφορες περιόδους της Ιστορίας, ψάχνοντας για την ιδανική πολιτεία. Μας δείχνει την ανάγκη του ανθρώπου για υπέρβαση και την πτώση του μέσα στην αταξία.
Ο Βασίλης Μαζωμένος έγινε γνωστός κυρίως από την πρωτοποριακή, ποιητική, συμβολική και εικαστική ταινία του "Το χρήμα, μια μυθολογία του σκότους", του 1998. Πρόκειται για ένα εικαστικό δοκίμιο πάνω στο χρήμα, τη δύναμη και τις συμβολικές διαστάσεις του, γυρισμένη ως animation, εξ ολοκλήρου με την ψηφιακή τεχνολογία 3D, που χρησιμοποίησε την ψηφιακή εικονοποιία στον ελληνικό κινηματογράφο σε μια εποχή που η τεχνολογία αυτή ήταν ακόμη στα σπάργανα. Στο "Χρήμα" έχουμε μια εφιαλτική φαντασμαγορία κινουμένων σχεδίων, με επικρατούσα μια βαριά και αλληγορική ατμόσφαιρα σαγηνευτικών εικόνων. Η αφήγηση είναι μη γραμμική, στερείται διαλόγων κι ακολουθεί τη διαδρομή του χρήματος από την εμφάνισή του ως ιερό σύμβολο μέχρι την κυριαρχία του στην κοινωνία και στην ανθρώπινη ψυχή. Πρόκειται για ένα οπτικό δοκίμιο για την επίδραση του χρήματος στην ανθρωπότητα. Το νόημα της ταινίας περιστρέφεται γύρω από την αλλοτρίωση, γιατί η λατρεία του χρήματος έχει οδηγήσει, κατά τον σκηνοθέτη, στην απώλεια της ιερής διάστασης της ζωής. Ο σκηνοθέτης επιλέγει να μιλήσει αποκλειστικά με την εικόνα, τον ήχο και τη μουσική.
Το 1996, ο Μαζωμένος γυρίζει το "Ο θρίαμβος του χρόνου", για τον πανδαμάτορα χρόνο που αναδεικνύει τη φθορά των πραγμάτων και των όντων· τον χρόνο ως έναν ασταμάτητο μηχανισμό που καταβροχθίζει τα πάντα, τη δόξα, τις φιλοδοξίες, τα έργα, τον έρωτα και την ίδια την ύπαρξη.
Υπάρχουν δύο περίοδοι στο σινεμά του Β.Μαζωμένου. Αρχικά υπήρξε η πειραματική, ψηφιακή, avant-garde περίοδος. Στην αρχή της καριέρας του, ο Μαζωμένος δημιούργησε ένα σινεμά σχεδόν χειροποίητο, αλλά τεχνολογικά προχωρημένο. Χρησιμοποιούσε το animation, τα ψηφιακά σκηνικά και το μοντάζ αρχειακού ή κατασκευασμένου οπτικού υλικού. Οι ταινίες του έμοιαζαν με εφιάλτες. Το περιεχόμενο ήταν κατά το μάλλον ή ήττον φιλοσοφικό και αφηρημένο. Τον απασχολούσε η πτώση των ιδεολογιών και η παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Ο άνθρωπος εδώ ήταν συχνά μια φιγούρα μέσα σε ένα χαώδες και συμβολικό περιβάλλον.
Η επόμενη περίοδος είναι ανθρωποκεντρική και κοινωνική. Με την έλευση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στην Ελλάδα, ο σκηνοθέτης προσγειώθηκε στην κοινωνική πραγματικότητα, χωρίς να γίνει απλώς ένας ρεαλιστής. Τώρα αναφέρεται στην εξαθλίωση, στην ανημπόρια, στη μοναξιά, στη φτώχεια και στα αδιέξοδα. Ο άνθρωπος είναι πλέον πρόσωπο με ονοματεπώνυμο που υποφέρει, φωνάζει και διεκδικεί τη θέση του στον κόσμο. Ο σκηνοθέτης πέρασε στον κινηματογράφο ζωντανής δράσης (live action) με ηθοποιούς, (μικρο)ιστορίες και φυσικούς χώρους. Η κάμερα έγινε πιο άμεση, παρεμβατική, διεισδυτική στον χώρο πλησιάζοντας τα πρόσωπα, μερικές φορές σχεδόν ντοκιμαντερίστικη, μα η εικόνα διατήρησε το στυλιζάρισμα και την αίσθηση κλειστοφοβίας.
Αρκετά, πειραματιζόμενα και "διαφορετικά" φιλμ του Βασίλη Μαζωμένου γράφουν ένα ενδιαφέρον εικονιστικό πλέγμα, ένα σύμπλεγμα μορφών και σημασιών, με κοινωνικό και ιδεολογικό έρμα και περιεχόμενο· με πρωτότυπη, καλή οπτικοακουστικά και καλλιτεχνικά, σκηνοθεσία. Ο Μαζωμένος διαθέτει ισχυρή αίσθηση του φιλμικού χώρου, του εντός πεδίου, της κίνησης μέσα στον χώρο, ειδικότερα με την κάμερά του. Έχει αίσθηση της φιλμικής και ζωγραφικής εικόνας και του τρισδιάστατου χώρου, έτσι όπως παρατηρώ τα ατμοσφαιρικά, εικαστικά κι επιβλητικά πλάνα του.
Η "10η μέρα" (2012) αφηγείται το επίπονο, σκοτεινό οδοιπορικό του Αλί, ενός νεαρού Αφγανού μετανάστη στην Αθήνα. Προσπαθεί να βρει πρόσβαση στο ελληνικό όνειρο, περιτριγυρισμένος από αναμνήσεις της πατρίδας του και τους εφιάλτες του. Η 10η μέρα του φιλμ συμπίπτει με τη σιιτική γιορτή της Ασούρα, που τιμά το μαρτύριο του Ιμάμη Χουσεΐν με αυτομαστιγώσεις(!) των πιστών σιιτών μουσουλμάνων. Ο πρωταγωνιστής ταυτίζεται με το θρησκευτικό πρόσωπο του Χουσεΐν και το μαρτύριο, μετατρέποντας τη μωαμεθανική θρησκευτική τελετουργία σε προσωπικό βύθισμα στο τραύμα και στη μνήμη. Οι αυτομαστιγώσεις, εκδηλώσεις μαζοχιστικού, φονταμενταλιστικού φανατισμού και θρησκευτικού αυτοτραυματισμού, συνδέουν το παρελθόν, τραυματικό και αποτρόπαιο, του νεαρού Αφγανού με τον ζοφερό, εσωτερικό, ψυχικό κόσμου του. Οι σκηνές των αυτομαστιγώσεων στην «10η μέρα» λειτουργούν ως ο οπτικός και ψυχολογικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο «εκεί» (Αφγανιστάν) και το «εδώ», συνθέτοντας το πορτρέτο ενός ανθρώπου που κουβαλά το παρελθόν του ως ανοιχτή πληγή. Η αυτομαστίγωση δεν είναι μόνο μια σκοταδιστική, ισλαμιστική θρησκευτική πράξη, αλλά μια αλληγορία της βίας, μια σωματική τιμωρία ερχόμενη από το παρελθόν, που συνομιλεί με τον σημερινό εξευτελισμό τον οποίο ο Αλί βιώνει από ρατσιστικές επιθέσεις, υποδηλώνοντας ότι δεν ξέφυγε ποτέ από τον πόνο και το τραύμα. Υπάρχει, ίσως, ένα πικρό, διφορούμενο, ιδεολογικό κατακάθι στην προβολή και ταύτιση του Αφγανού με το εθελοντικό μουσουλμανικό μαρτύριο και στην παρακολούθησή του από το βλέμμα του σκηνοθέτη της ταινίας.
Η "Εξορία" (2019) του Βασίλη Μαζωμένου είναι αξιόλογο φιλμ, καλά σκηνοθετημένο, με ντεκουπαζικές και σεναριακές ιδέες. Το στόρι περιλαμβάνει τη διαδρομή ενός εξαντλημένου γενειοφόρου, "σωματικού", άμεσου κι ενστικτώδους, Έλληνα άντρα, που αδειάζεται σε ένα παράξενο νησί από το ελληνικό λιμενικό. Ο άντρας περιπλανιέται σε μια Ελλάδα που μοιάζει με εφιάλτη, αναζητώντας ταυτότητα και επιβίωση σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Στο νησί βρίσκονται μουσουλμάνοι μετανάστες με μαγαζιά και Έλληνες, δεξιοί χαζοαστυνομικοί· και ένα διεφθαρμένο κύκλωμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και οργίων, που κάνει πιο φαντασμαγορική την ταινία, παρ'όλο που οι σκηνές, οι δράσεις κι οι εικόνες του Έλληνα εσωτερικού μετανάστη, των διαδρομών και των περιπετειών του, είναι ζοφερές και σκοτεινές (μα ενδιαφέρουσες και σημαίνουσες). Βασικά θέματα της μυθοπλασίας είναι η ανθρώπινη αποξένωση και η απώλεια του ανήκειν, ακόμη και στην ίδια σου τη χώρα.
Στις σπονδυλωτές "Γραμμές" (2016), ο σκηνοθέτης δείχνει εν μέσω χάους, βίας, αλλοφροσύνης, κοινωνικών ζητημάτων και κρίσιμων οικονομικών προβλημάτων φτώχειας, την προσπάθεια μερικών καταφρονεμένων ανθρώπων να επικοινωνήσουν με μια γραμμή βοήθειας προς τα απελπισμένα άτομα που χρειάζονται ενδυνάμωση κι ενίσχυση. Οι «Γραμμές» αποτυπώνουν το πρώτο σοκ της οικονομικοκοινωνικής κρίσης και το στρίμωγμα και την απόγνωση των ανθρώπων. Κάθε επεισόδιο από τα επτά, αντιπροσωπεύει μια διαφορετική επαγγελματική και κοινωνική ομάδα, δημιουργώντας την τοιχογραφία μιας κοινωνίας που διαλύεται.
Το φιλμ δείχνει πως μέσα σε ένα γκαράζ ανακοινώνεται από ένα κατώτερο, κυβερνητικό στέλεχος στον Έλληνα πρωθυπουργό, η αυστηρότατη θέση και προειδοποίηση των Ευρωπαίων δανειστών της τρόικας, για την πολιτική στάση που υποχρεούται να ακολουθήσει. Η σκηνοθετική σύλληψη της άγριας, ισοπεδωτικής ποδηγέτησης του πρωθυπουργού είναι ατυχής, σχηματική, μεροληπτική κι απλοϊκής ακροαριστερής έμπνευσης, στο πνεύμα αφελών αγανακτισμένων. Στην "Εξορία", επίσης, βρίσκουμε μια εξίσου απλοϊκή σκηνή, υπερφορτισμένη ιδεολογικά με μηχανικό τρόπο, αυτή του ξυλοδαρμού του Έλληνα υπηρέτη-θύματος από τους αγγλόφωνους πλούσιους νεαρούς (των οποίων φροντίζει το σπίτι), ενώ του τραγουδούν το "Deutschland, Deutschland über alles", που παραπέμπει στην επιβολή της γερμανικής οικονομικής πολιτικής των μνημονίων στην Ελλάδα, ενώ οι δυο κακομαθημένοι, βίαιοι νέοι δεν είναι καν Γερμανοί ώστε να τραγουδούν τον εναρκτήριο στίχο του «Τραγουδιού των Γερμανών» του 1841 (πρώην εθνικού ύμνου τους). Κάποιος πολιτικός δογματισμός βαραίνει στη νοηματοδότηση μερικών ταινιών του. Ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης θα μπορούσε να αφήσει πίσω του τέτοια δογματική, ακροαριστερή και μαξιμαλιστική υπερπολιτικοποίηση και να κλείνει προς μια πιο ευρεία πολιτική αντίληψη των κοινωνικών πραγμάτων, που να εμπεριέχει κάποιον πολιτικό ρεαλισμό.
Το "Καθαρτήριο" (2022) εμπεριέχει την προσπάθεια των ανθρώπων για συναισθηματική επανασύνδεση και κάθαρση μέσα από τα ερείπια της κρίσης. Αυτά συμβαίνουν μέσα από έντονες εικόνες και εντρυφήσεις στους χώρους, στο στυλ των "Γραμμών", με σκηνοθετική κι εκφραστική δεξιοτεχνία, αποτελεσματικότητα και συγκίνηση...
Οι "Γραμμές", η "Εξορία" και το "Καθαρτήριο" αποτελούν την τριλογία του Μαζωμένου που σχετίζεται με την κοινωνική κρίση. Τα τρία φιλμ συνδέονται ως προς το περιεχόμενό τους και το αδρό, ενίοτε ποιητικό, ενίοτε ρεαλιστικό κινηματογραφικό ύφος τους, καθώς περιγράφουν όψεις της ελληνικής κοινωνίας κατά τη διάρκεια της οικονομικής και πολιτικής κρίσης.
Οι ταινίες του Μαζωμέμου πραγματεύονται – υπό το πρίσμα μιας ρηξικέλευθης, αναρχικής, αντικαπιταλιστικής, ενίοτε ιερατικής/τελετουργικής ή και μεταφυσικής, σκοτεινής υπαρξιακής οπτικής,– την κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική κρίση και παρακμή, την ανθρώπινη αποξένωση κι αλλοτρίωση, την υπαρξιακή αγωνία, τη φθορά, την απώλεια, τη μνήμη, την ενοχή, τη θρησκεία, την ταυτότητα, τη σεξουαλικότητα, το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, τα ιστορικοφιλοσοφικά θέματα, μέσα στη σύγχρονη κοινωνία· διαμέσου διαφόρων, ποιητικών, συμβολικών, ελεγειακών ή αδρών φιλμικών μορφών· μέσα από μια μη γραμμική αφήγηση και μια πρωτότυπη, ευφάνταστη δική του, σύνθετη αισθητική, που αποτελεί μια ιδιαίτερη αισθητική εμπειρία για τον υποψιασμένο θεατή. Μερικές φορές το μείγμα δεν είναι πετυχημένο κι ισορροπημένο. Μιλάμε γενικά για ένα απαιτητικό, δύσκολο, συμβολικό, δυσπρόσιτο, ποιητικό, κάπως ερμητικό και "διαφορετικό" σινεμά που συχνά τείνει προς τον πειραματισμό, την αφαίρεση ή την δοκιμιακή προσέγγιση.
Άλλες μεγάλου μήκους ταινίες του είναι "Η μνήμη" (2002), "Λόγοι και αμαρτήματα" (2004), "Ο τρόμος της ύλης" (2005), "Guilt" (2009) και η "Άπειρη γη" (2025).



