(Η Επέλαση)
του Adam Wingard
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)![]()
Σε μια έρημο, κάπου στο Νέο Μεξικό των ΗΠΑ, συναντάμε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες ομάδες με σημείο αναφοράς ιδιαίτερα δυναμικές γυναίκες. Από τη μια, ένα μικρό «nomadland», όπου οι ετερόκλητοι κάτοικοι τροχόσπιτων (όπως ένας μέθυσος σερίφης και ένας ώριμος βετεράνος του Βιετνάμ) συναναστρέφονται με τον δέοντα σαρκασμό μια λατινοαμερικάνικης καταγωγής βετεράνο ελεύθερη σκοπευτή, τη Σελέστε. Εκείνη ζει με τη μικρή κόρη της, την οποία αναπάντεχα και με θράσος «παρκάρει» ο εν διαστάσει σύζυγός της. Στον αντίποδα, μια αποστειρωμένη βίλα κατοικείται από ένα γερμανόφωνο ζεύγος: τον πρώην Ναζί Δρ Κάμλερ και τη σε ρόλο ντομινατρίξ γυναίκα του, Χάνα. Οι δυο τους ηγούνται ενός μυστικού ερευνητικού προγράμματος υπό την αιγίδα της κυβέρνησης, που στοχεύει στην κατασκευή του υπερστρατιώτη. Το πείραμα, όμως, ξεφεύγει από τον έλεγχο και τρεις θηριώδεις στρατιώτες (με επικεφαλής τον «Χασάπη») ξεχύνονται σαν δαίμονες της Αποκάλυψης στη γύρω περιοχή. Στο μεταξύ, ο Κύρος, ένας «διορθωτής» καταστάσεων, προσπαθεί εκ μέρους της κυβέρνησης να ελέγξει την κατάσταση πριν αυτή μαθευτεί.
Οι φαν του Τζον Κάρπεντερ μάλλον θα γοητευθούν. Το ζενερίκ των εναρκτήριων τίτλων όχι μόνο φέρει την τυπογραφική γραμματοσειρά των ταινιών του Κάρπεντερ, αλλά αφήνει υποσχέσεις ως προς το πολιτικό πρόσημο και το μιλιταριστικό υπόδειγμα του αμερικανικού κράτους και παρακράτους· αυτό επιτυγχάνεται με αρχειακό υλικό από δηλώσεις Αμερικανών προέδρων, από συγκρούσεις και παραβιάσεις του δικαίου (όπως τα βασανιστήρια στις φυλακές Αμπού Γκράιμπ), καθώς και από τη διαβόητη στράτευση Ναζί επιστημόνων και κατασκόπων από τις ΗΠΑ μετά το πέρας του Β' ΠΠ. Ωστόσο, οι αναφορές που κάνει ο Άνταμ Γουίνγκαρντ στη φιλμογραφία του εμβληματικού σκηνοθέτη ταινιών τρόμου και επιστημονικής φαντασίας –που εκτείνονται σε έργα όπως η «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη», «Η Ομίχλη» και η «Επίθεση στο Σταθμό 13»– μετατοπίζουν το θρίλερ στην κατηγορία του φόρου τιμή.
Εκμεταλλευόμενος αυτή την παρακαταθήκη, ο Γουίνγκαρντ δεν μπορεί παρά να εγκωμιάσει το σπλάτερ στην ωμή του λεπτομέρεια και να χρησιμοποιήσει κατευναστικά, ως αντίβαρο στο σοκ, το χιούμορ και την υπερβολή. Σε κάθε περίπτωση, η ένσταση παραμένει: η βία αποδεσμεύεται από τη βαρύτητα της απώλειας της ανθρώπινης ζωής και μυθοποιείται ως ανάγλυφος φετιχισμός. Επίσης, συντηρητικής προέλευσης είναι η απόφαση να συνδεθούν οι εκπρόσωποι της κυνικής εξουσίας (Δρ Κάμλερ και Κύρος) με σεξουαλικές διαστροφές μαζοχιστικής ικανοποίησης.
Κι αν ο «σωματικός φεμινισμός» της Σελέστε περιορίζεται στη σκοπευτική της δεινότητα και όχι στην πάλη δρόμου –σε ένα γυναικείο πρότυπο που ενσωματώνει και τη μητρότητα (μοτίβο που συναντάμε και στο πρόσφατο «Μια Μάχη Μετά την Άλλη»)–, η επιδεικτική αναληθοφάνεια δεν μπορεί παρά να υπονομεύσει την πολιτική πρόθεση. Αυτές οι αντιφάσεις ενδέχεται να επιλυθούν σε ένα πιθανό σήκουελ.
Η ΕΠΕΛΑΣΗ, Άνταμ Γουίνγκαρντ, ΗΠΑ, 2026




