(Έτος Ένα)
του Roberto Rossellini
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_uno-anno-rossellini.jpg

H έφεση του Ρομπέρτο Ροσελίνι στο ‘μαρτυρολογικό σινεμά’, αν καταχραστούμε τη φράση του Ζιλ Ντελέζ, διαπερνά ολόκληρό το έργο του και εμφανίζεται περίτρανα στην πρώιμη φάση του νεορεαλισμού. Απασχολεί όμως τον ρηξικέλευθο Ιταλό σκηνοθέτη και στην μετάβασή του προς ένα σχεδόν τηλεοπτικού τύπου σινεμά, αφιερωμένο σε σημαντικές μορφές της Ιστορίας, άλλοτε σε καλούπια ασκητικού φορμαλισμού και σπανιότερα με μιας σχεδόν ολοκληρωτική αφαίρεση της οπτικής σημειολογίας και της υπαγωγής της στον διάλογο. Το «Έτος Ένα» ανήκει στην τελευταία περίπτωση.
Η ταινία σκιαγραφεί το πορτραίτο του Αλτσίντε Ντε Γκάσπερι (1881-1954), Ιταλού πολιτικού και πρωθυπουργού από το 1945 έως το 1953. Η περίοδος που σηματοδοτεί η λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου θέτει στην Ιταλία τεράστιες προκλήσεις: την ανοικοδόμηση της Ιταλίας, την εθνική συμφιλίωση, την εξάλειψη της φασιστικής παλινόρθωσης, την διακριτική αποδυνάμωση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας, την συμμαχία με τους Αμερικανούς, προκλήσεις που θα τιθασευτούν με μαεστρία, οδηγώντας του Χριστιανοδημοκράτες στην εξουσία.
Η ιταλική κριτική εξαπέλυσε μύδρους όχι μόνο για την αφηγηματική αφέλεια του Ροσελίνι όταν σε εποχή τρομοκρατίας ολόκληρη η ιταλική κυβέρνηση συγκεντρώνεται σε ένα κλειστό χώρο αλλά και για τον διδακτισμό της ταινίας. Η σκιαγράφηση του Ντε Γκάσπερι ως χαρισματικού ηγέτη συνοδεύεται από ανακοινώσεις οι οποίες στοχοποιούν τους κομμουνιστές ενώ βέβαια η πλευρά Ροσελίνι αντιπαραβάλλει το επιχείρημα ότι οι κομμουνιστές τότε ήταν ζεμένοι στο άρμα του Σταλινισμού.
Ωστόσο, παρά τις αντιρρήσεις για την υπέρμετρη έμφαση στον διάλογο, η εναρκτήρια σεκάνς συνοψίζει με μαεστρική οικονομία τη νεορεαλιστκή τριλογία. Δεν πασχίζει, δηλαδή, ο Ροσελίνι να ενθυλακώσει γρίφους και σημεία που ο θεατής θα πρέπει να αποκρυπτογραφήσει. Η εμμονή του με την υφή της πραγματικότητας απαγορεύει ρητώς τέτοια κινηματογραφικά καμώματα. Η έρημος με τους χωρικούς που ζητούν προστασία από την επιδρομή των Γερμανών, ο βομβαρδισμός της ανοχύρωτης πολης και τα ερείπια από τα οποία ξεπροβάλλουν οι επιζώντες συμπυκνώνει σε δευτερόλεπτα την «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη», το «Αυτοί που έμειναν ζωντανοί (Paisan)», καθώς και το «Γερμανία, έτος μηδέν». Η δικαιολόγηση δεν συνίσταται σε μια απλή αυτοαναφορά εκ μέρους του Ροσελίνι αλλά στο γεγονός ότι στο «Έτος ένα» τα ιστορικά συμβάντα προηγούνται αυτών της τριλογίας.
Ωστόσο, ακόμα και σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο κινηματογραφικής γραφής οι διάλογοι έχουν μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον. Η προοπτική της Μόσχας για ένα υβριδικό μοντέλο καπιταλισμού και μαρξισμού (η επιλογή Τολιάτι) αποκρούεται από τους σοσιαλιστές οι οποίοι επιδιώκουν την μετωπική σύγκρουση με την αστική τάξη ως παρακολούθημα της μοναρχίας και της ασθενούς δημοκρατίας που εξέθρεψε τον φασισμό.
«Δίχως την ανεκτικότητα καταλήγουμε στη ρήξη ή στην αδράνεια» κηρύττει ο Ντε Γκάσπερι, ελπίζοντας και δουλεύοντας συνάμα για ένα συνασπισμό των δημοκρατικών δυνάμεων που αντιτάχθηκαν στον φασισμό. Φυσικά, η πίεση που θα τού ασκηθεί προέρχεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα αλλά και από την δεξιά πτέρυγα των Χριστιανοδημοκρατών. (Στα μέσα της ταινίας, προσέξτε τον Σταύρο Τορνέ στο ρόλο του Φερούτσιο Πάρι με έναν πατριωτικό λόγο για τον κίνδυνο που ελλοχεύει προς την ολίσθηση σε ένα νέο φασισμό και την αντιπαράθεσή του με τον Ντε Γκασπέρι.)
Οι επιφυλάξεις του Ντε Γκάσπερι για τον κομμουνισμό εδράζονται στο γεγονός ότι παρά τη διαδικασία συνεχούς διαμόρφωσης των οικονομικών αρχών του τελευταίου, η κατασταλτική λειτουργία του κράτους με την αρωγή της αστυνομίας παραμένει η σταθερά του συστήματος. Καλωσορίζει όμως την προτροπή του Τολιάτι για σύμπραξη με τον Καθολικισμό, καθώς μόνο μια τέτοια προσέγγιση με τον λυτρωτικό πυρήνα της θρησκείας σφυρηλατεί ευρεία δημοκρατική βάση. Μάλιστα, ο Ντε Γκάσπερι βλέπει στο δράμα του Ιησού την ενσάρκωση της ταπείνωσης, πάλης αλλά και λύτρωσης του προλεταριάτου, μνημονεύοντας τον Μαρξ. Το όραμα και ηθικό όμως πρόταγμα του Ντε Γκάσεέρι για μια εθνική ανοικοδόμηση στοιχειώνεται, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, με τη μομφή ότι έτσι ανακατασκευάζει και αναζωογονεί τον καπιταλισμό.
Ο χώρος που αφιερώνει ο Ροσελίνι στον διάλογο και στις διάφορες συζητήσεις αφορά στην δημόσια σφαίρα και στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης με εκπεφρασμένες θέσεις και αντιθέσεις στο επακόλουθο του Παγκοσμίου Πολέμου (η αποικιοκρατία, η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το Ολοκαύτωμα, ο θάνατος των Χίτλερ και Μουσολίνι, η ρίψη της ατομικής βόμβας στην Ιαπωνία και η συνθηκολόγησή της τελευταίας). Η διαπίστωση για την αυγή της Ατομικής Εποχής είτε ως εγγύηση της ειρήνης είτε ως έκλειψη του Λόγου προβάλλει επίσης ως ένα κέλευσμα με απρόβλεπτες συνέπειες. Υπό αυτό το πρίσμα ο Ντε Γκάσπερι αποδέχεται τον ευρύτερο συνασπισμό μεταξύ μιας ενωμένης, δημοκρατικής Ευρώπης και των Η.Π.Α και θεωρεί τους Χριστιανοδημοκράτες ως το εθνικό αντίστοιχο της υπέρβασης των συγκρούσεων που προκύπτουν μέσα από ιδιαίτερα κομματικά συμφέροντα και επιμέρους ιδεολογικές τοποθετήσεις.
Ο συναισθηματισμός στο τέλος της ταινίας καθώς ο Ντε Γκασπέρι επιβιβάζεται στο τρένο για την επιστροφή στον τόπο του διαβάζεται και συνεκδοχικά ως επιβίβαση στην ατμομηχανή της Ιστορίας. Αυτή η «μεσσιανική» τροπή του Ροσελίνι θα μεταφερθεί από την κοσμική εκδοχή της (Ντε Γκασπέρι) στην αρχετυπική της με τον «Μεσσία» το 1975.

Anno Uno (Roberto Rossellini, Ιταλία, 1974)