(Βουγονία)
του Γιώργου Λάνθιμου
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_bugonia-2.jpg

Οι μέλισσες πεθαίνουν μαζικά απ’ τα φυτοφάρμακα και μαζί τους κινδυνεύει κι η ανθρωπότητα, οι φαρμακευτικές, όμως, αδιαφορούν και βάζουν ανθρώπους σαν τη Μισέλ, διευθύνουσα σύμβουλο της Auxolith, να λεν στον κοσμάκη πως το μέλλον θα είναι λαμπρό με τα σκευάσματα και τα πειράματά τους. Ένα τέτοιο πείραμα, ωστόσο, οδήγησε χρόνια πριν τη μητέρα του ερασιτέχνη μελισσοκόμου Τέντι σε κώμα. Ο Τέντι, μετά από δικές του έρευνες, πιστεύει πια ότι η Μισέλ είναι εξωγήινη σταλμένη από την Ανδρομέδα για να καταστρέψει τη γη και περιμένει διαστημόπλοιο απ’ τον πλανήτη της γι’ αυτό το λόγο. Πείθει λοιπόν τον καλόκαρδο ξάδελφό του, Ντον, που είναι στο φάσμα του αυτισμού, να την απαγάγουν λίγο πριν τη σεληνιακή έκλειψη όπου αυτό θα συμβεί ώστε να αναγκαστεί να τον πάει στον αυτοκράτορα τους για να σώσει τη γη….
Σπουδαία ταινία δημιουργού κι ομαδική δουλειά μαζί που αναδεικνύεται χάρη και στην άψογη συμβολή όλων των συντελεστών της, η Βουγονία του Γιώργου Λάνθιμου δίνει το δικό της πολιτικό-κοινωνικό-οικολογικό-υπαρξιακό νόημα -έως και θεολογικό θα μπορούσε να πει κανείς- ως ριμέικ στο νοτιοκορεάτικο sci fi Σώστε τον πράσινο πλανήτη του Τζανγκ Τζουν-Χουάν. Ερωτήματα δύσκολα, όπως αν η ανθρωπότητα αξίζει ή όχι να υπάρχει, αν έχει επενδύσει ανεπιστρεπτί την καταστροφή της γης και τι γίνεται στις μέρες μας με την αλήθεια, αλλά και θέματα όπως η κατάχρηση εξουσίας απ’ τους κρατούντες, η βία κι η σύγχυση στο μυαλό του σύγχρονου ανθρώπου παρουσιάζονται εδώ με τρόπο αστείο, ανάλαφρο και διασκεδαστικό, και ταυτόχρονα σκληρά, μέσα απ’ το διφορούμενο  και τις πράξεις βίας, που, όμως, δεν βαραίνουν το θεατή – αντίθετα το σπλάτερ κι ο κρυφό-σαδισμός μάλλον θα καταστούν η ένοχη απόλαυση για πολλούς θεατές της ταινίας. Σκηνοθετικός άθλος όλοι αυτοί οι συνδυασμοί, με το διττό να είναι το πιο δομικό στοιχείο της ταινίας αυτής, που παιχνιδίζει συνεχώς με τη διάσταση ανάμεσα στο είναι (την ουσία) και το φαίνεσθαι (την εικόνα) στο οποίο οι σύγχρονες εξουσίες επενδύουν για να ελέγξουν το κοινό, μέσα από ένα «διάλογο» που έχει πάψει προ πολλού να είναι ορθός λόγος – κι άρα δεν πρόκειται να λύσει τίποτα κι ας το ελπίζει η Μισέλ. Η γνώριμη λανθιμική αποστασιοποίηση μοιάζει εδώ πιο μπρεχτικά πολιτική, η ταύτιση με τους ήρωες είναι αδύνατη, το ανοίκειο κυριαρχεί κι οι πράξεις βίας μοιάζουν με «χειρονομίες»-ρωγμές για να σκεφτεί ο θεατής- θα ευχαριστηθεί, όμως, την ταινία κι ας μην το κάνει. Κι είναι αξιοθαύμαστο το πώς ο σκηνοθέτης εδώ απ’ τη μια βομβαρδίζει με συγκείμενα το θεατή, κι απ’ την άλλη τον αφήνει α λα λανθιμικά ν’ αποφασίσει μόνος του αν αυτό που βλέπει είναι ένας πολυεπίπεδος στοχασμός ή μια καλοκουρδισμένη υψηλής αισθητικής φάρσα. 
Η ομορφιά της κινηματογράφησης και της σκηνογραφίας είναι το δόλωμα με τ’ οποίο πιάνεται ο θεατής εδώ, τα πλάνα μοιάζουν με πίνακες, τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι εξαίσια, οι ηθοποιοί δημιουργούν από ένα κόσμο ο καθένας (κι αξίζουν κι από ένα βραβείο εξίσου), η φωτογραφία του Ρόμπι Ράιαν φωτίζει μαγικά το μαύρο κι άραχλο της οπτικής έτσι ώστε να μην μιζεριάζει/ απελπίζει ποτέ το θεατή, ούτε καν μπροστά στη σταδιακή ψυχική κατακρήμνιση του Ντον (που είναι το πιο τραγικό πρόσωπο της ταινίας αυτής) και του Τέντι. Το σενάριο του Γουίλ Τρέισι κατορθώνει εντυπωσιακά να εκφράσει κάτι πολύ αμερικανικό, όπως την παράνοια και τη διαστρέβλωση σ’ αυτή τη συγκεκριμένη κουλτούρα και μαζί κάτι πολύ πιο οικουμενικό όπως τα κοινά αδιέξοδα στα οποία όλη η υποτιθέμενα πολιτισμένη Δύση έχει περιέλθει. Η αναντιστοιχία λέξης-αντικειμένου του Κυνόδοντα, μετατοπίζεται εδώ ανάμεσα στην εικόνα και το νόημα, με τη διαστρέβλωση να είναι πιο γενικευμένη και πιο τρομακτική ακριβώς επειδή δεν είναι σίγουρο πότε υπάρχει.  Το σώμα λάμπει εδώ δια του τρόπου που όλοι το κακομεταχειρίζονται και το αγνοούν, το δικό τους ή κάποιου άλλου, ή και το υπερεπενδύουν μέσα από μια παγωμάρα, το ίδιο λάμπει και το σεξ δια της απουσίας του, της απαξίωσής του ή του τρόπου που υπενθυμίζεται ως φαιδρή ανάμνηση κακοποίησης (απ’ τις καλύτερες σκηνές αυτή με τον αστυνομικό που για κάποιο λόγο θυμίζει στο στιλ και Γουές Άντερσον).   Ό,τι γονιμοποιεί ή γονιμοποιείται πεθαίνει στη Βουγονία – μια και το μεγαλύτερο καμπανάκι κινδύνου της αφορά στην αποεπένδυση απ’ τη ζωή – χωρίς επιθυμία κανείς είναι νεκρός ή μ’ ένα τρόπο πεθαίνει ή σκοτώνει.  Ο τρόπος που η κάμερα εμμένει στο πρόσωπο της Μισέλ νοηματοδοτώντας   μέσα απ’ αυτό τ’ αμφίσημο είναι δεξιοτεχνικός, αποδεικνύοντας κιόλας πως όταν η εμπιστοσύνη έχει χαθεί, ακόμα κι η εγγύτητα δεν εγγυάται την αλήθεια. Στην άρνηση της Μισέλ για μεταμόρφωση κι αποκάλυψη, δεν μπορεί κανείς να μην διακρίνει κάποιες ανεστραμμένες συγγένειες με την ηρωίδα του Poor things και κατ’ επέκταση με την ιστορία του Φρανκενστάιν ή με το μύθο του Πυγμαλίωνα -ένας άνδρας κι εδώ, όποιες και αν είναι οι δικαιολογίες του, θέλει να φέρει στα μέτρα του μια γυναίκα. 
Όλη αυτή η προβληματική περί σχέσεων κι εξουσίας που ξεκίνησε με τον Κυνόδοντα, εξελίχθηκε μέσα από διλήμματα που αφορούσαν το άτομο στις επόμενες ταινίες, απέκτησε πιο ξεκάθαρη πολιτική χροιά στην Ευνοούμενη, έφτασε στον διαφωτισμό με το Poor things κι έδειξε στις Ιστορίες Καλοσύνης, πως έχει φτάσει σ’ ένα τέτοιο επίπεδο τελειοποίησης τεχνικής που σε λίγο θ’ απαιτήσει κάτι άλλο ως είδος απ’ το δημιουργό του, μοιάζει εδώ ήδη να στρέφεται προς κάπου αλλού έχοντας διαγράψει έναν πλήρη κύκλο. Η λανθιμική οπτική μοιάζει εδώ και καιρό ν’ απομακρύνεται απ’ τη μετανεωτερική αντίληψη μιας αποσπασματικής ή αποδομημένης πραγματικότητας ενός διαρκούς ενεστώτα, εδώ, όμως, φαίνεται ν’ αναζητά στην ιστορικότητα το νόημά της. Δεν ξέρουμε βέβαια αν θα έχει συνέχεια η τάση αυτή, ίσως όμως η απόφαση του Λάνθιμου να απέχει λίγο για να ξεκουραστεί να αφορά και το πώς θα προχωρήσει κι από εδώ – και τα καινούργια ξεκινήματα φέρνουν συχνά κάποιον πιο κοντά στις ρίζες.  
Η Ακρόπολη έπρεπε να υπάρχει ως πλάνο εδώ, όχι απλά ως κλείσιμο ματιού στην ελληνικότητα του δημιουργού, αλλά και γιατί ήταν αναπόσπαστο μέρος του τέλος (για το οποίο θα πούμε μόνο πως ευφάνταστα συνταιριάζεται μ’ ένα τραγούδι εξαιρετικό) η εξουσία, όμως, δείχνει να θεωρεί ακόμα και την πολιτιστική κληρονομιά ως κτήμα της και τη διαχειρίζεται ανάλογα – κάποια στιγμή βέβαια θα της έρθει κι ο αντίλογος, όπως πολύ γλαφυρά μας λέει κι η ταινία.