(Αντικατοπτρισμοί)
του Christian Petzold
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Ένα σπίτι στη γερμανική επαρχία ανοίγει τα από καιρό κλειστά του παράθυρα στο φως και στον καθαρό αέρα της εξοχής. Οι παλιές του συσκευές επιδιορθώνονται, το πιάνο κουρδίζεται, το ποδήλατο επισκευάζεται, ο φράχτης του βάφεται άσπρος. Το φευγαλέο αντικαθρέφτισμα δύο γυναικείων βλεμμάτων, η στιγμιαία θαρρείς συνάντηση των βαθύτερων επιθυμιών τους και το επακόλουθο αυτοκινητιστικό δυστύχημα έχουν φέρει στην πόρτα του το πρόσωπο-καταλύτη αυτής της μεταμόρφωσης. Γιατί η Laura, φοιτήτρια πιάνου στο Βερολίνο, που λίγο πριν τριγυρνούσε αποκομμένη από τον κόσμο, σαν υπνωτισμένη, θα βγει αλώβητη από τη μοιραία πρόσκρουση, μόνο και μόνο για να περάσει το κατώφλι ενός σπιτιού που πενθεί και του οποίου οι μνήμες βαραίνουν μια διαλυμένη οικογένεια. Και όχι μόνο. Μια ανεξήγητη έλξη, σχεδόν μαγική, θα την οδηγήσει στο να κατοικήσει όλους τους χώρους του, εσωτερικούς και εξωτερικούς, ως σωσίας ενός φαντάσματος, για να ξαναγεννηθεί και η ίδια μέσα από τα ερείπια του δικού της υπαρξιακού κενού.
Το σινεμά του σημαντικότερου εκπροσώπου της λεγόμενης Σχολής του Βερολίνου κατοικούνταν πάντα από φαντάσματα, περιπλανώμενες υπάρξεις που κουβαλούσαν ένα απόκοσμο κενό. Αλλά και από εναλλακτικές ταυτότητες που έρχονταν να αναπληρώσουν απώλειες, μνήμες που βάραιναν σαν μυστικές συμφωνίες και όμως τολμούσαν με κάποιο τρόπο να αρθρωθούν. Έχοντας αφήσει πίσω του την τριλογία των Φαντασμάτων (The State I am In, Ghosts και Yella) και εγκαταλείποντας το βαρύ ιστορικό παρελθόν με τις αλληγορίες του (Barbara, Phoenix και Transit), όχι όμως και τους βασικούς αφηγηματικούς του τρόπους, όπως αυτόν της μεταφοράς, της θαυμαστής αφηγηματικής οικονομίας και των γοητευτικών όσο και αινιγματικών χαρακτήρων, o Christian Petzold με την πιο πρόσφατη, λουσμένη στο ιμπρεσιονιστικό φως τριλογία του, αυτή των φυσικών στοιχείων (Undine, Afire, Mirroirs No 3), περνά με έναν πιο μυστικιστικό αλλά και ανάλαφρα φυσικό τρόπο στην ιδέα της μεταμόρφωσης, της αναγέννησης. Το τελευταίο μέρος αυτής της τριλογίας, το Mirroirs No 3, παραμένοντας στην ύπαιθρο χώρα του Βρανδεμβούργου (Afire) λειτουργεί κατεξοχήν σαν θεραπευτικό παραμύθι αποκατάστασης και συμφιλίωσης, σαν μία αβίαστη διαδικασία υπαρξιακής επιβίωσης, σε πείσμα της δυστοπικής συνθήκης που μας περιβάλλει.
Ένα μοιραίο ατύχημα, μια καταστροφή, είναι και εδώ όπως και σε άλλες ταινίες του Petzold το σημείο εκκίνησης. Η αφετηρία ωστόσο πρέπει να αναζητηθεί στον χώρο της λογοτεχνίας και της μουσικής, αγαπημένα πεδία έμπνευσης του γερμανού δημιουργού. Τα παραμύθια των αδελφών Grimm (ο τρόμος και η παρηγορία τους) και μια σουίτα για πιάνο του Maurice Ravel (το τρίτο μέρος του ιμπρεσιονιστικού Miroirs : «Une barque sur l'océan») έχουν εδώ την πρωτοκαθεδρία. Τα παιδιά που χάνονται στο δάσος, το μικρό σπιτάκι και η μάγισσα που καιροφυλακτεί, σταθερά θεματικά μοτίβα των γερμανικών παραμυθιών, εντοπίζονται και εδώ, αν και κατά ομολογία του ίδιου του σκηνοθέτη, πηγή έμπνευσης αποτέλεσε ένα συγκεκριμένο παραμύθι, το «Das Totenhemdchen», για το βρεγμένο από τα διαρκή δάκρυα της μάνας λευκό σάβανο ενός μικρού αγοριού και την οριστική γαλήνη του νεκρού με την παύση του θρήνου της μητέρας. Από την άλλη η εικόνα της βάρκας (ως μέσου διάσωσης) στον ωκεανό αλλά και η ρευστότητα και κυματώδης μελωδία του έργου του Ravel έδωσαν όχι μόνο τον τίτλο στην ταινία αλλά και τη μεταβαλλόμενη δομή του. Από τη χαλαρότητα και την απουσία της έκπληξης ως την υπόγεια ένταση και την αναμονή του απρόβλεπτου και από την ποίηση στην πεζότητα της καθημερινότητας το Mirrors No3 κινείται σε Φα δίεση ελάσσονα, με την ίδια ευκαμψία όπως και το ομώνυμο έργο του γάλλου συνθέτη.
Μέσα σε αυτή την μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, σε έναν απόλυτα υπαρκτό μεταβατικό τόπο, ο Petzold εισάγοντας σταδιακά τους ήρωες στη σκηνή, κτίζει σιγά σιγά την ιστορία του με νύξεις, βλέμματα, χιούμορ, υπέροχες νατουραλιστικές εικόνες και πολύ φως. Για να καταλήξει σε ένα άρτια συντονισμένο κουαρτέτο αποτελούμενο από εξαιρετικές/ούς ηθοποιούς. Σε αυτή τη χώρα των θαυμάτων και των πολλαπλών κατόπτρων, όπου όλα είναι πιθανά και δυνητικά ιάσιμα ή επισκευάσιμα κι όπου μικρά μυστήρια αποκρυπτογραφούνται τελικά με τον πιο προφανή και λιτό τρόπο, δεν είναι τυχαίο το ότι μια από τις πιο έντονες σκηνές της ταινίας δεν είναι εκείνη όπου η Laura παίζει ένα έργο του Chopin στο πιάνο της νεκρής κόρης, μπροστά στη συγκινημένη οικογένεια, ούτε εκείνη όπου η ίδια ερμηνεύει τη σουίτα του Ravel στο τελικό κοντσέρτο της στο Βερολίνο, αλλά αυτή όπου εντελώς απρόσμενα ακούγεται το "The Night " των Frankie Valli & The Four Seasons, έξω από ένα συνεργείο αυτοκινήτων, μια στιγμιαία εμπειρία πληρότητας με ένα χαμόγελο και μια μπίρα στο χέρι.



