(DJ Βοσκός ) 
του Georgi M. Unkovski
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_dj-ahmet.jpeg

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο Γκεόργκι Μ. Ουνκόφσκι επιχειρεί μια απόπειρα στην κωμωδία, εστιάζοντας σε μια αγροτική κοινότητα της Β.Μακεδονίας, η οποία κατοικείται από Γιουρούκους, μια νομαδική και Τουρκικής καταγωγής εθνοτική ομάδα. Ο 15χρονος Αχμέντ, ένας νεαρός βοσκός, δραπετεύει από την σκληρή καθημερινότητα μέσα από την techno μουσική. Συνοδοιπόρος του ο μικρός του αδελφός, ενώ ο πατέρας τους  -αν και εμφανίζεται άτεγκτος λόγω των σκληρών συνθηκών διαβίωσης και της απουσίας της μητέρας- αφήνει να φανούν κάποιες ρωγμές ευαισθησίας και φροντίδας προς τους γιούς του.
Αν το πρότυπο ταινίας με ανάλογη θεματολογία -δηλαδή αυτή της απομακρυσμένης, πατριαρχικής και καθηλωμένης στην αναγκαιότητα ζωής- είναι ίσως ο «Πατέρας Αφέντης»  των αδελφών Ταβιάνι, στην περίπτωση της ταινίας του Ουκνόφσκι έχουμε να κάνουμε με μια μάλλον στερεοτυπική απεικόνιση των χαρακτήρων που πλαισιώνουν τον Αχμέντ ως το «μαύρο» πρόβατο της κοινότητας. Αυτό γίνεται έτσι ώστε να διευκολυνθεί η κωμική προσέγγιση εις βάρος την εμβάθυνσης του κοινωνικού πλαισίου, αλλά και με λείανση της τραχύτητας των ανθρώπων και του εν λόγω αγροτικού βίου. Αν, ωστόσο, προσπεράσει κανείς αυτό τον μυθοπλαστικό συμβιβασμό, τότε μπορεί να δει ευχάριστα μια σπιρτόζα ταινία. Αυτό οφείλεται στους νεαρούς πρωταγωνιστές  -ειδικά στην νεαρή και πανέμορφη Άγια την οποία ερωτεύεται ο Αχμέντ- αλλά και στον εκστατικό ρυθμό (παρά όποια μελωδία) της μουσικής.
Με έμφαση στο φολκλόρ, κυρίως στις γυναίκες του χωρίου (πρεσβύτερες και νεαρές), ο Ουνκόφκσι συνθέτει κάποια όμορφα πλάνα της υπαίθρου αλλά αναλώνεται με αδικαιολόγητη ευκολία σε κάποιες ρομαντικής διάθεσης αχρείαστες σκηνές αργής κίνησης, προκειμένου να επιμηκύνει το σασπένς, οι οποίες εν τέλει φλερτάρουν με την παρωδία.
Ωστόσο, η έμπνευση να χρησιμοποιηθεί η χορευτική μουσική ως σπινθήρας χειραφέτησης και κάμψης του θρησκευτικού δογματισμού (ιδιαίτερα αποτελεσματικό εδώ το κρεσέντο στον μιναρέ του χωριού) και του πατριαρχικού ελέγχου της «ανταλλαγής των γυναικών» με πυρήνα τον προσυμφωνημένο γάμο αποδίδει δραματουργικά με τη σκωπτική ματιά  του σκηνοθέτη να εκτείνεται και στη διέξοδο των γυναικών του χωριού στις τηλεοπτικές σαπουνόπερες σε μια τελικά εύπεπτη, ευχάριστη αλλά αφηγηματικά εντελώς συμβατική ταινία.