του Νίκου Κορνήλιου
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_thalassa-to-xeimona.jpg

Μια νεαρή γεωλόγος, η Ναντίν, έρχεται προσωρινά στο Λαύριο για να διεξάγει μια έρευνα στο μουσείο του. Στις καθημερινές της μετακινήσεις με το ποδήλατο για τη δουλειά ή για να βρει πετρώματα δίπλα στη θάλασσα γνωρίζει το Χρήστο, μοναχικό φύλακα του εργοστασίου της περιοχής και την εξίσου μοναχική Κατερίνα, μια γυναίκα-ψαρά που μένει με τον ανοϊκό πατέρα της. Δείχνει ενδιαφέρον και για τους δυό, παραμένει, όμως, κι απόμακρη σαν ένα βάσανο εσωτερικό να της δυσχεραίνει κάθε τόσο την επικοινωνία. Απέναντι, η Μακρόνησος λέει σιωπηλά τις ιστορίες της, το ίδιο κάνουν κι από εκεί κοντά τα παλιά μεταλλεία…
Μελαγχολική, νωχελική κι υπόκωφη, πορτρέτο τραυμάτων ατομικών, οικογενειακών, διαγενεακών κι Ιστορικών μέσα απ’ τις συναντήσεις και τους δισταγμούς τριών χαρακτήρων, η Θάλασσα το χειμώνα του Νίκου Κορνήλιου, εξαιρετική εικαστικά εξαρχής, αργεί να δείξει τη δυναμική της κι ίσως ο θεατής να την αμφισβητήσει – κι ως προς τις εξελίξεις της. Θα διαψευστεί, όμως, πολύ ευχάριστα αν δείξει λίγη υπομονή, αφού η πλοκή θα ενώσει ουσιαστικά κι αυθεντικά τα όσα επί ώρα γυρόφερνε αφήνοντας ν’ αναδυθεί μέσα απ’ την επιφάνεια -όπως τα δίχτυα αποκαλύπτουν λίγο-λίγο την ψαριά- συγκινητικά και μ’ αμεσότητα όλο το νόημα που έλειπε μέχρι τώρα.
Το νόημα είναι βασικό ζητούμενο στην ταινία αυτή που προσπαθεί να βοηθήσει τους χαρακτήρες της, θυμίζοντάς τους την μεγαλύτερη/ευρύτερη προοπτική σε σχέση με την Ιστορία, και τη φύση – δηλαδή βασικά σε σχέση με το Χρόνο. Εκείνοι, όμως παρ’ ότι τα τιμάνε όλα αυτά –τα έχουν κάνει κατ’ ουσία κι επάγγελμά τους- εμμένουν ο καθένας στην ατομική ιστορία του σχεδόν ναρκισσιστικά και στα τραύματα που η θάλασσα τους ξεβράζει στα πόδια. Η μελαγχολία γίνεται εδώ αισθητική της αφήγησης που εκφράζει μέσα απ’ τα χρώματα των πλάνων, τον καιρό και τη θάλασσα τις ψυχικές μουντάδες των πρωταγωνιστών καθιστώντας τον τόπο -που επίσης είναι θέμα εδώ -ένα όριο που διαχέεται· ανάμεσα στο εδώ και το αλλού, το τώρα και το παλιά, στο μέσα και το έξω των ανθρώπων. Η θάλασσα, μαζί με την Ιστορία και το Χρόνο, γίνεται κι αυτή πρωταγωνίστρια εδώ, ο κύριος εκφραστής συναισθημάτων και ποιοτήτων ψυχικών της ηρωίδας -την οπτική της οποίας κατά κύριο λόγο η κάμερα ακολουθεί- κι είναι σαφές πώς κάνει το χειμώνα μοναξιά εκεί – κάποιες στιγμές ο θεατής σχεδόν νοιώθει το κρύο.
Οι άνδρες είναι αδύναμοι, παραπαίουν ή λείπουν στην ταινία αυτή – καμιά σχέση με τη ζωτικότητα και την αντοχή που έδειχναν στους αγώνες του άλλοτε όπως π.χ. στα μεταλλεία και στην εξορία της Μακρονήσου. Δεν μπορούν ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους ατομικά ούτε σε κάτι συλλογικό και γι’ αυτό δεν θέλουν -ή δεν μπορούν- ν’ αναλάβουν και το ρόλο του πατέρα. Δυσκολεύουν τη ζωή των γυναικών μέσα απ’ αυτό –– κάτι που εδώ δεν παραπέμπει τόσο στο έμφυλο -αν και ίσως τίθεται κι αυτό ως θέμα- αλλά στο διαγενεακό – αφού οι παλιές γενιές εμμένουν στον εαυτό τους και στα τραύματά τους μην μεταλαμπαδεύοντας στις νεότερες γενιές τίποτα πέρα απ’ αυτό, τραυματίζοντας έτσι άθελα τους κι αυτές κι αφήνοντάς τες χωρίς στήριγμα και πυξίδα, εξόριστες απ’ τη ζωή τους την ίδια.
Έτσι, όσο κι αν η Μακρόνησος και τα ορυχεία αντιμετωπίζονται απ’ αυτούς με τον πρέποντα σεβασμό, μοιάζουν τώρα μόνο μ’ ένδοξα κουφάρια νεκρών αγώνων -χωρίς όμως κι η ήττα να είναι βέβαιο πως θα είναι οριστική αφού η νίκη ορίζεται κάθε φορά σε συνάρτηση με το Χρόνο. Οι μικρές ιστορίες είναι αυτές που νικάνε εδώ -αν κι ούτε αυτό είναι σίγουρο- κι είναι εξαιρετική η σκηνή που μετατρέπει την αφήγηση σε δράμα οικογενειακό μ’ αυτή τη σχεδόν θεατρική σκηνή στο τραπέζι των τριών χαρακτήρων.