(Οι διχασμένοι)
του  David Cronenberg
(κριτική: Νίκος Οικονομίδης)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_dead-ringers.jpeg

Η ταυτότητα του σώματος 
Το 1988 ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, έχοντας ήδη πίσω του ένα έργο που προοδευτικά κέρδιζε ένα όλο και περισσότερο διευρυνόμενο φάσμα θιασωτών ( με ταινίες όπως οι Ανατριχίλες, η Λύσσα, το Σκάννερς, το Βιντεοδρόμιο, Η Νεκρή Ζώνη και η Μύγα), κάνει το Dead Ringers ( ελληνικός τίτλος Οι Διχασμένοι), που του χαρίζει πλέον μια γενική αναγνώριση, καθώς κατορθώνει να είναι ταυτόχρονα μια ταινία "σοβαρή" ( δηλαδή με μια στιβαρή δραματουργία, αλλά και που υπερβαίνει τα όρια του horror genre), πρωτότυπη, αλλά και πιστή στο κινηματογραφικό του όραμα που συνεχίζει θαυμαστά την πραγματοποίησή του μέχρι τα πρόσφατα Εγκλήματα του μέλλοντος και τον Κύριο των νεκρών ( The Shrouds).
Τί είναι όμως οι Διχασμένοι, και πώς τοποθετούνται μέσα στο έργο του; Θα μπορούσαμε κατ'αρχήν να πούμε πως πρόκειται για μια νεο-γοτθική δημιουργία, ένα σενάριο που μέσα σε ένα ρομαντικό και νοσηρό κλίμα ξεδιπλώνει μια ιστορία ψυχολογικού τρόμου, ψυχολογικού με την έννοια του ότι δεν υπάρχουν εδώ τέρατα, αλλά ο τρόμος προκύπτει σταδιακά, υπόγεια, υπαινικτικά, και απόλυτα. Και έχει ενδιαφέρον πως, ενώ ο εστιασμός της υπόθεσης είναι στα σώματα, είναι στο μυαλό που θα συναντήσουμε τελικά αυτόν τον τρόμο. Γιατί ο Κρόνενμπεργκ ανέκαθεν αμφισβητεί τον δυϊσμό αυτόν. Εδώ τον γοητεύει το πώς η ταυτόσημη εικόνα δύο ανθρώπων, που έχουν στην ιστορία τους μια κοινή καταγωγή, ως δίδυμοι, σχετίζεται τελικά με την ταυτότητά τους. Καθόλου τυχαία μας δείχνονται, στην εισαγωγική σκηνή της ταινίας, να έχουν ένα κοινό ενδιαφέρον για την ανατομία, αλλά και να λειτουργούν ως Ένα. Και μάλιστα τους ενδιαφέρει η ανατομία της γυναίκας, δηλαδή ζητούν μια απάντηση στο ερώτημα της προέλευσης μέσα από την εξερεύνηση του σώματος. Ουσιαστικά είναι το ερώτημα για την δική τους προέλευση, ως ενότητα, που τους κινητοποιεί, και τους οδηγεί να οργανωθούν σε μια ζωή, αυτή των αδερφών γυναικολόγων με τους συμπληρωματικούς ρόλους ( επαγγελματικά, στη σχέση τους με το άλλο φύλο, και ιδιοσυγκρασιακά, αφού ο ένας προβάλλεται ως ο εξωστρεφής και ο άλλος ως ο παθητικός, ο εσωστρεφής και αδύναμος). Ενώ όμως η ζωή αυτή τους χαρίζει μια βεβαιότητα, ένα νόημα που τους επιτρέπει να πορεύονται, η συνάντηση με μια γυναίκα που διαφέρει, που η ανατομία του κόλπου της θα μπορούσε να θεωρηθεί προϊόν μετάλλαξης, μοιάζει ξαφνικά να επιφέρει μια αποσταθεροποίηση, η οποία μορφοποιείται μέσα από τη διαφορά της στάσης των δύο διδύμων απέναντι στην κοπέλα αυτή. Ο ένας την ερωτεύεται και ζητά πια να μην είναι οι δυο τους Ένα. Από το σημείο αυτό αρχίζουν να εμφανίζονται σκηνές όπου δεν είμαστε σίγουροι πια ποιός είναι ο Μπέβερλι και ποιός ο Έλιοτ. Οι σκηνές αυτές κατά το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας αφορούν κομμάτια στα οποία δεν συνυπάρχουν και οι δύο στον ίδιο χώρο, αλλά στο τέλος οι διαφορές τους εξαλείφονται, το τελικό σκηνικό της τραγικής επανένωσης ( που είναι μια αδύνατη επανένωση) είναι ένα δωμάτιο όπου θα επιχειρηθεί η παραληρητική επέμβαση για τον "διαχωρισμό των σιαμαίων". 
Στην πραγματικότητα, η εμμονή στο νόημα του σώματος ως Πραγματικού έχει ανοίξει από την αρχή το δρόμο για την συνάντηση με την ψύχωση. Αρκεί η ρωγμή που ανακινεί η εμφάνιση της επιθυμίας (για μια γυναίκα) για να εμφανιστούν παντού "μεταλλάξεις". Και πρέπει να πούμε ότι αυτήν την αποσταθεροποίηση ο Κρόνενμπεργκ την υποστηρίζει θαυμαστά σκηνοθετικά, αφενός με το φαινομενικά αποστασιοποιημένο ύφος που μπορεί να θεωρηθεί σήμα κατατεθέν του, και αφετέρου με σημάδια που γεμίζουν τον χώρο, δίνοντας την εντύπωση μιας σχεδόν ανεπαίσθητα μελλοντολογικής ταινίας, όπως οι κόκκινες αμφιέσεις των χειρουργών που θυμίζουν ιερείς.
Σε τελική ανάλυση, πέρα από το να είναι μόνο το αριστοτεχνικά δοσμένο δράμα δύο αδερφών διδύμων που δε μπορούν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλον , το Dead Ringers είναι, μέσα στα πλαίσια της γενικότερης προβληματικής του Κρόνενμπεργκ, ένας στοχασμός στα όρια της ταυτότητας και στη σχέση της με το σώμα και την εικόνα του. Το σινεμά του Κρόνενμπεργκ δεν είναι body horror, είναι σινεμά τρόμου που προκύπτει από την συνειδητοποίηση ότι σώμα δεν υπάρχει, ή ότι αυτό που είμαστε είναι μόνο σώμα και τίποτα άλλο, που είναι το ίδιο.
Μένει η εικόνα στο τέλος του συμπλέγματος των δύο αδερφών, που σαν πίνακας επικαλείται μάταια την Τέχνη για να προσδώσει μια ενότητα σε κάτι που, για να θυμηθούμε και τον ελληνικό τίτλο της ταινίας, παραμένει ριζικά διχασμένο.
Κι αν αυτό ακούγεται κάπως αινιγματικό, πρέπει να πούμε πως θα ήταν θεμιτό να αντιμετωπίσει κανείς την ταινία σαν ένα άλυτο αίνιγμα.