(Η σκιά του πατέρα μου)
του Akinola Davies Jr.
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)![]()
Με σκηνοθετικό στήσιμο και κινηματογράφηση που ίσως να παραπέμπουν στον «Επίμονο Κηπουρό» (2005) του Μεϊρέγες, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ακινόλα Ντέιβις αφήνει μεγάλες υποσχέσεις για μελλοντικές δουλειές του, παρά τις αναμενόμενες –αλλά ευτυχώς λιγοστές– αστοχίες.
Δύο αγόρια, ο Ακίν και ο Ρέμι, μαζί με τον πατέρα τους, τον Φολαρίν, αφήνουν προσωρινά το χωριό τους και μεταβαίνουν στο πολυπληθές και χαοτικό Λάγος. Ο πατέρας περιμένει να λάβει τον μισθό του, αλλά η πολιτική κρίση την ημέρα των εκλογών (12 Ιουνίου 1993), με την ακύρωσή τους από την αυταρχική κυβέρνηση του Ιμπραήμ Μπαμπανγκίντα, καθώς και η αυξανόμενη ένταση με τον στρατό στους δρόμους να ψάχνει για αντιφρονούντες, μετατρέπουν την «εκδρομή» στο Λάγος σε αποκαθήλωση του πατέρα και σε βίαιη ενηλικίωση των παιδιών. Η σφαγή στο Μπόνι Καμπ το 1993 (μυθοπλαστικό και όχι ιστορικό γεγονός) αποτελεί το πλαίσιο της πολιτικής έντασης, και ο Ντέιβις ενσωματώνει σύντομα και στυλιζαρισμένα φλας μπακ στην πολύχρωμη εμπειρία του πατέρα και των παιδιών στο Λάγος.
Ως ταινία ενηλικίωσης που κινείται με ιδιαίτερη ικανότητα στη ζεύξη του προσωπικού δράματος, της εξιδανίκευσης του πατέρα και του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού αλλά και φυσικού περιβάλλοντος, «Η σκιά του πατέρα μου» φέρνει το πολιτικό στοιχείο στο προσκήνιο. Παίζει γόνιμα με τον ρόλο του πατέρα, την εξιδανίκευση αλλά και την απογοήτευση στα μάτια των γιών του όταν αυτός έλκεται από μια άλλη γυναίκα, καθώς και με την τραυματική «ενηλικίωση» μιας ολόκληρης χώρας στην πορεία της προς διαφανείς και δημοκρατικές εκλογές. Η ελπίδα αλλά και η μυστικοποίηση ενός σταδίου «απογείωσης» (όρος που προέρχεται από τις εξελικτικής κατεύθυνσης οικονομικές θεωρίες ανάπτυξης τύπου Γουόλτ Ρόστοου) τέμνει την ατομική αλλά και τη συλλογική συνείδηση και με βάση τα στενά πολιτικά συμφέροντα από τη μια πλευρά και τη «γενική βούληση» από την άλλη πυροδοτεί τις δραματικές εξελίξεις.
Σε μια χρωματικά έντονη απεικόνιση του Λάγος, οι εικόνες εγκατάλειψης και διάβρωσης του μετάλλου στα σκουριασμένα τάνκερ ή αυτοκίνητα, καθώς και εκείνες της σήψης, αποδεικνύονται πολιτικά φορτισμένες και εικαστικά αποτελεσματικές, εισάγοντας έναν ελεγχόμενο αποπροσανατολισμό στην αφήγηση και εμπλουτίζοντας με κάλλος τη μετωνυμική δύναμη της ταινίας.
Αν ορισμένα στοιχεία μελό συμβιβάζουν την αφηγηματική αιχμή του έργου, αυτά δικαιολογούνται ως κάμψη της «εξουσίας του πατέρα» και λειτουργούν εξισορροπητικά απέναντι στο τραύμα του, αλλά και στην απουσία της μητέρας. Η δε συλλογική τελετή έκφρασης του πόνου για τα εκατομμύρια των πατεράδων που χάθηκαν κατά τη διάρκεια της αυταρχικής μετάβασης της Νιγηρίας στη μετα-αποικιακή εποχή, επισφραγίζει το ατομικό δράμα αλλά και την προβληματική του ανδρισμού σε μια πατρίδα που αιμορραγεί.
Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ, Ακινόλα Ντέιβις, Ηνωμένο Βασίλειο/Νιγηρία, 2025




