της Anuparna Roy
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Ο Καρίμ παντρεύτηκε την Αμίνα, όταν πλημμύρισε το χωριό τους στο Μπαγκλαντές, από έρωτα όπως της είπε. Τώρα ζουν μαζί στη Βομβάη φτωχικά, εκείνος έγινε δηλητηριαστής ποντικιών κι εκείνη, παριστάνοντας την Ινδή, κρατάει τηλεφωνική συντροφιά στους πελάτες ενός μπαρ. Η ζωή τους θα πάρει άλλη τροπή όταν ο Καρίμ θα γνωρίσει τυχαία έναν κλέφτη το Σούκα κι η Αμίνα τον υπάλληλο του μπαρ, Ομράν και θα λάβει από κάποιον παλιό συγχωριανό, όπως, νομίζει, μερικά συγκινητικά ερωτικά γράμματα. Η Αμίνα θέλει πάντα να προσεγγίσει τον Καρίμ ερωτικά, αλλά εκείνος την αποφεύγει. Αντ’ αυτού περνάει όλο και πιο πολύ χρόνο με τον Σούκα.
Μικρές ιστορίες για μεγάλα θέματα παρουσιάζει το Lovers in the blue night της Anuparna Roy μ’ έναν ατμοσφαιρικό, ήρεμο τρόπο και με μια αφήγηση συγκροτημένη και πολυεπίπεδα πειστική που δίνει χώρο και χρόνο στο θεατή να διασυνδέσει και να μεταβολίσει τα όσα βλέπει. Το ηθογραφικό στοιχείο είναι απ’ τα πιο ενδιαφέροντα εδώ, το ίδιο και ο τρόπος που χαμηλόφωνα κι υπόγεια χτίζεται η δυναμική των καταστάσεων της πλοκής απ’ την αφήγηση. Παρά τις όποιες εντάσεις ή φωνές, οι εξελίξεις εδώ καθορίζονται βασικά από μια εσωτερική, ανομολόγητη στους άλλους διαδρομή, που θα φέρει κάθε ήρωα πιο κοντά ή πιο μακριά στον εαυτό και στα θέλω του, ανάλογα με το πόσο αντέχει να τα αντικρύσει.
Η σκηνοθέτρια φωτίζει -κυριολεκτικά και μεταφορικά- αισθαντικά και μ’ ακρίβεια μέσα από τις διασταυρούμενες πορείες των πρωταγωνιστών -στους οποίους παρά τον μικρότερο ρόλο ανήκει κι η αρραβωνιαστικιά του Σούκα-, μια ολόκληρη σειρά από θέματα μέσα σε μια συγκεκριμένη κουλτούρα και οπτική. Τα αναδεικνύει, όμως, ταυτόχρονα κι ως πανανθρώπινα και έτσι γίνονται κατανοητά κι απ’ το θεατή ως μια υπαρκτή πρόκληση για τους ανθρώπους κάθε κοινωνίας. Η ανάγκη γι’ αγάπη, κοινωνική αποδοχή και ανήκειν, η ανασφάλεια κι η μοναξιά, οι συμβιβασμοί και η εξαπάτηση του εαυτού μας, αλλά και του διπλανού/κοντινού, οι δυσκολίες της μετανάστευσης, εσωτερικής και μη, αλλά και η κλιματική αλλαγή κι οι συνέπειές της συνιστούν, ξεκάθαρα ή και πιο υπαινικτικά, τα βασικότερα θέματα του Lovers in the blue night. Η ταινία τα πραγματεύεται σε σχέση με τον τόπο, μεταφορικά και κυριολεκτικά, με την πολύ υποδεέστερη θέση της γυναίκας και με το στίγμα της ανδρικής ομοφυλοφιλίας που γίνεται ενίοτε κι εσωτερικευμένη ομοφοβία ή τσογλανιά κι αδυναμία να φερθεί κανείς έντιμα απέναντι στους άλλους και τον εαυτό του. Το πώς ο φόβος ενός γκέι άνδρα ότι η κοινωνία θα τον τιμωρήσει για τα συναισθήματά του επιδρά αρνητικά στη ζωή μιας γυναίκας, που λόγω φύλου βρίσκεται πιο κάτω στην κοινωνική ιεραρχία από εκείνον, κι έτσι την αντιμετωπίζει κι αυτός στα δύσκολα παρά τις καλές του προθέσεις (στην ταινία το βλέπουμε επί δύο και με μεγάλη διαφοροποίηση ανάμεσα στους δύο άνδρες) είναι ένα θέμα που πραγματευόταν και το πολύ καλό Joyland του Sadiq, αλλά σε άλλο πλαίσιο και με πολύ πιο άσχημη κατάληξη. Η Roy, που θέλει οι ιστορίες της να έχουν προσωπικό και πολιτικό πρόσημο, δίνει εδώ στην Αμίνα την ευκαιρία της επιλογής και δεν εστιάζει ως οπτική στο σωστό ή λάθος των αποφάσεων των ηρώων, όσο στην ελευθερία του να μπορεί κανείς να επιλέγει αυτό που θέλει.
Υπάρχουν αρκετές ταινίες που χωρίς να είναι αριστουργήματα ή άψογες στην κατασκευή, αξίζει ο θεατής να τις δει, έτσι όπως είναι αρκετά καλές ώστε να τον αγγίξουν, να του χαρίσουν αρκετές στιγμές ουσίας και να τον βάλουν να σκεφτεί μ’ ένα τρόπο που θα το δεχτεί γιατί εμπεριέχουν ειλικρίνεια κι αλήθεια και το Lovers in the blue night ανήκει σ’ αυτήν ακριβώς την κατηγορία.
La Biennale di Venezia 2026/ Orizzonti




