του Alejandro González Iñárritu
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)![]()
Το μεγαλόσχημο και με λαβυρινθοειδή αφηγηματική δομή «Digger» του Ιναρίτου δεν αφήνει περιθώρια απάθειας, είτε ως προς το περιεχόμενο είτε ως προς στη φόρμα του. Απομακρυσμένος από τον ωμό ρεαλισμό των ταινιών «Χαμένες αγάπες» (2000) ή «Biutiful» (2010), επιστρατεύει μια «Βαβέλ» τύπου «Birdman» (2014) και επιδίδεται σε ένα αέναο παιχνίδι εντυπώσεων. Ο κίνδυνος του εκτροχιασμού καραδοκεί αρκετά συχνά, αλλά η ιδεολογική συγκρότηση και η κινηματογραφική δεξιοτεχνία διατηρούν την ορμή και το όραμα στις ράγιες.
Δεδομένης της περίτεχνης και αναστοχαστικής του δομής –καθώς η ταινία περιλαμβάνει και τον εαυτό της στην πορεία προς την αφηγηματική της κορύφωση– η αναλυτική περιγραφή της πλοκής καθίσταται περιττή. Ο Τομ Κρουζ υποδύεται τον πλαδαρό «Ντίγκερ» Ρόκγουελ, έναν ξιπασμένο Τεξανό μεγιστάνα, επικεφαλής πετρελαϊκών γεωτρήσεων στη Γροιλανδία. Όταν πληροφορείται ότι ένας τεράστιος παγετώνας έχει αποκολληθεί και κατευθύνεται με στατιστική βεβαιότητα προς τις βορειοδυτικές ακτές της Ευρώπης, συναντάται με τον Αμερικανό πρόεδρο Κάμπσον (Τζον Γκούντμαν) προκειμένου να συγκληθεί το συμβούλιο που θα επιληφθεί της διαφαινόμενης καταστροφής. Στο πλευρό του ιδιόρρυθμου Ντίγκερ, αλλά και ως αντίπαλος, βρίσκεται και ένας διακεκριμένος Ινδός επιστήμονας, ο Γκανές. Η υστερία του πολιτικού προσωπικού των ΗΠΑ κορυφώνεται όταν ο αποκαμωμένος ήρωας παίρνει τον λόγο στα Ηνωμένα Έθνη μπροστά σε μια εξαγριωμένη ολομέλεια, αναλαμβάνοντας την ευθύνη που του αναλογεί, αλλά θέτοντας παράλληλα και τον τρόπο ζωής των επικριτών του στο επίκεντρο.
Η εναλλαγή από το προσκήνιο στο παρασκήνιο, που εκδιπλώνεται σχετικά νωρίς, δεν βασίζεται στη σχάση αλλά στην υπερχείλιση της μιας «πραγματικότητας» στην «άλλη»: του Ντίγκερ και του ηθοποιού που τον υποδύεται, καθώς και μιας εφιαλτικής πραγματικότητας που τέμνει και τους δύο. Υπό αυτή την έννοια, ο βιρτουόζος Μεξικανός σκηνοθέτης μετριάζει το στοιχείο του γκροτέσκου, το οποίο εμβληματικά ενσαρκώνει ο Γκούντμαν ως λιπόψυχος πρόεδρος. Ο φιλισταϊσμός του (όπως και του «Τραμπικού» Ρόκγουελ) υπογραμμίζεται και μέσα από τη μελετημένη σκιαγράφηση του Ινδού επιστήμονα Γκανές, που κατάγεται από την Κεράλα (περιοχή φημισμένη για τους υψηλούς μορφωτικούς δείκτες της και κοιτίδα της περίφημης «προσέγγισης των ικανοτήτων» του Ινδού νομπελίστα Αμάρτια Σεν).
Και αν υποτεθεί ότι η ταινία διέπεται από τη μεταμοντέρνα αντίληψη για την Τέχνη, ωστόσο στρέφει το μεταμοντέρνο προς την υλική βαρύτητα, τόσο μέσα από την έκθεση της επίπλαστης προσομοίωσης όσο και μέσω της χρήσης ΤΝ στο ίδιο το σινεμά. Απόγειο της ιδιοφυούς κριτικής ματιάς του είναι η σκηνή στην ολομέλεια των Ηνωμένων Εθνών, όταν ο Ρόκγουελ βρίσκεται στο βήμα. Οι 300 κομπάρσοι συντονίζονται με τέτοιο τρόπο και φιλμάρονται σε μη νατουραλιστικά χρώματα, έτσι ώστε να μοιάζουν με προϊόντα ΤΝ. Πρόκειται για μια υπεράσπιση της βαρύτητας της υλικότητας μέσα από μια ηθοποιία η οποία προσομοιώνει την προσομοίωση της ίδιας της πραγματικότητας από την ΤΝ.
Ακόμα και οι αναφορές του Ιναρίτου στους Όρσον Γουέλς, Φελίνι, αδελφούς Κοέν, Ρόι Άντερσον, Λάνθιμο και Κιούμπρικ εντάσσονται σε ένα συγκροτημένο αισθητικό οικοδόμημα και δεν ολισθαίνουν σε μια απλή συρραφή διαφορετικών στυλ. Κι αν κάπου ελλοχεύει ένας ναρκισσισμός με φίλαυτη πρόθεση και στήσιμο, σε τελική ανάλυση στο «Digger» προκύπτει μια κινηματογραφική γεώτρηση στην ίδια τη θέση του σινεμά απέναντι στη φιλμαρισμένη πραγματικότητα και τη «νεκρή φύση»· μια «γεώτρηση» που δονεί, ενίοτε καθηλώνει και ερεθίζει, παρά τον τελικό και αχρείαστο διδακτισμό της.
DIGGER, Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιαρίτου, Μεξικό/Ηνωμένο Βασίλειο/ΗΠΑ, 2026




