(Το Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς)
του Karim Aïnouz
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)![]()
Ό,τι όφειλε το σινεμά του Γιώργου Λάνθιμου στον αναρχισμό των Μάρκο Μπελόκκιο και Μάρκο Φερέρι, το πράττει εδώ ο Καρίμ Αϊνούζ (γνωστός, μεταξύ άλλων, για τον «Ναύτη στα βουνά» του 2021) στους ευρηματικούς τίτλους τέλους, με την αναφορά στο «Οι γροθιές στην τσέπη» (1965). Ωστόσο, δεδομένης της παρουσίας του Ευθύμη Φιλίππου στο σενάριο, αλλά και των διάσπαρτων αναφορών στην Ελλάδα, το στήσιμο της ταινίας του Αϊνούζ μοιάζει με τον αντίστοιχο αυτοαναφορικό και ληθαργικό εγκλωβισμό της πατριαρχικής οικογένειας στους «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» (1978) του Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Σε μια έπαυλη μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής, κάπου στην Καταλονία, ζει μια δυσλειτουργική οικογένεια υπό το «βλέμμα» του τυφλού πατέρα. Οι τρεις γιοι και η κόρη είναι ετερόκλητες και νηπιοποιημένες προσωπικότητες, με ευρύ φάσμα σεξουαλικού προσανατολισμού. Αυτό επιτρέπει σεναριακά την υιοθέτηση μιας λογικής θυματοποίησης, η οποία βασίζεται στη διάκριση —αλλά και εν τέλει τη συμμετρία— μεταξύ «κανονικότητας» (ετεροφυλόφιλο ζεύγος με ορίζοντα την οικογένεια, αλλά όχι δίχως διαστροφή) και «παθολογίας» (ομοφυλοφιλικός έρωτας, ενίοτε σε συνδυασμό με παρενδυσία ή αιμομικτική φαντασίωση). Το ίδιο ισχύει και για την επιληψία του ενός γιου. Η μητέρα θεωρείται νεκρή —κατασπαραγμένη από μια αγέλη λύκων, σε μια σημειολογία που αφορά και την εσωτερική δυναμική της οικογένειας— αλλά παραμένει ζωντανή ως ανάμνηση. Σύντομα, ωστόσο, κάποια μέλη της οικογένειας θα εξυφάνουν ένα σχέδιο εξολόθρευσης των υπολοίπων.
Το λογοπαίγνιο σύμφωνα με το οποίο «οι άνθρωποι είναι τριαντάφυλλα, οι οικογένειες τριανταφυλλιές και οι τριανταφυλλιές χρειάζονται κλάδεμα» φέρνει στο νου, σε μικροσκοπικό επίπεδο, αυτό που συντελέστηκε μακροσκοπικά στο φινάλε της «Βουγονίας» (2025) με το «κλάδεμα» της ανθρωπότητας (άλλωστε, αναφορές στον Γιώργο Λάνθιμο ευδοκιμούν σε διάφορα ενσταντανέ της ταινίας). Και αν στη «Βουγονία» ο αφανισμός των ανθρώπων ενεργοποιήθηκε από έναν εξωγήινο παράγοντα, στο «Κλάδεμα της τριανταφυλλιάς» η διαλυτική τάση είναι εν μέρει εσωτερική, προέρχεται όμως και από την «ξένη»: μια φιγούρα πιτσιλωτή, ελαφρώς ξιπασμένη και αφτιασίδωτη για τα υψηλά στάνταρ αυτής της οικογένειας των φασιονίστα.
Στην ταινία του Αϊνούζ, σε περίβλεπτη θέση βρίσκεται το έντονα ιριδίζον χρώμα —είτε πρόκειται για τα τριαντάφυλλα, το «απέραντο γαλάζιο» και το μπλε της πισίνας, είτε για το βαθύ πράσινο του ερεβώδους δάσους, είτε για τα κόκκινα και λευκά υγρά που πιτσιλίζουν την οθόνη. Σε συνδυασμό με την ιλουστρασίον λάμψη των κάδρων, η εικαστική ανταμοιβή είναι δεδομένη. Ωστόσο, το στιλιζάρισμα αλλά και η υπερβολή στη γλαφυρή αναπαράσταση των ορμών και των παθολογιών, ενδέχεται να προκαλέσει στον θεατή μια μπλαζέ αίσθηση κορεσμού και συγκρατημένης αποστροφής· και αυτό παρά τη λελογισμένη διάρκεια της ταινίας, τη μετάβαση στη φάρσα και τη φιλότιμη προσπάθεια των ηθοποιών. Κι αν η επιδέξια χρήση της αργής κίνησης, μαζί με τις επιτυχημένες επιλογές ποπ μουσικής (εξαιρετικής έμπνευσης η σκηνή με το «Paninaro» των Pet Shop Boys), φανερώνει ειλικρίνεια ως προς την ειρωνική υπογράμμιση ενός μισανθρωπισμού που θριαμβεύει με χαμόγελο κολυμπώντας στον επιδεικτικό πλούτο, το τελικό αποτύπωμα της ταινίας αφήνει την αίσθηση ενός κλειστού και ατροφικού σύμπαντος —σαν αυτό της εν λόγω οικογένειας και των ηδονιστών απογόνων της.
ΤΟ ΚΛΑΔΕΜΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑΣ, Καρίμ Αϊνούζ, Μ.Βρετανία/Ιταλία/Γερμανία/Ισπανία, 2026




