(Το Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς)
του Karim Aïnouz
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου) 
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_rosebush-pruning-2.jpeg

Νεοϋορκέζικη οικογένεια με τέσσερα ενήλικα παιδιά εγκαταλείπει έξι χρόνια πριν την Αμερική για τον ήλιο και τις ομορφιές της Καταλονίας. Ο θάνατος της μητέρας εκεί χαρίζει στους υπόλοιπους μεγάλη οικονομική άνεση και τη δυνατότητα να ζουν όλοι μαζί σε μια βίλα. Ο Τζακ, ο Εντ, η Άννα κι ο Ρόμπερτ έχουν διαφορετικές επιθυμίες κι ατζέντες -φανερές ή κρυφές-, ικανοποιούν, όμως, όλοι καθημερινά, θέλοντας και μη, τις ανάγκες του τυφλού πατριάρχη-πατέρα τους. Η εύθραυστη αυτή οικογενειακή ισορροπία καλά κρατεί μέχρι που ο Τζακ λέει πως θα πάει να μείνει με την κοπέλα του Μάρθα. Ο Εντ θα μας διηγηθεί την ιστορία τους, θέλοντας να μας πει κάτι και για τον εαυτό του. Από το 1991 έως το 2025 όπως λέει.
Καρίμ Αινούζ και Ευθύμης Φιλίππου συμπράττουν και συνυπογράφουν ισότιμα Το κλάδεμα της τριανταφυλλιάς, μια διασκευή της ανατρεπτικής ταινίας του 1965, Γροθιές στην τσέπη του Μάρκο Μπελόκιο, το αποτέλεσμα, όμως, δεν είναι αντίστοιχο των προσδοκιών τους. Η σκηνοθεσία του Αινούζ αν και δεξιοτεχνική εικαστικά -με φωτισμούς και φωτογραφία αριστοτεχνική- αναδεικνύει κι ομορφαίνει το σενάριο, δεν μπορεί, όμως να υπερβεί τους περιορισμούς του. Ακόμα κι όταν γίνεται υποδειγματική σπουδή-κομψοτέχνημα πάνω στο κόκκινο - μια διαρκής υπενθύμιση για τα σημαινόμενά του, τη συγγένεια και το αίμα δηλαδή- παραμένει να περιστρέφεται γύρω του, δίχως να μπορεί να το απογειώσει.  Τίθεται έτσι εκ του αποτελέσματος το ίδιο ερώτημα κάθε τέτοιας σύμπραξης, σε τι βαθμό το σενάριο κι η σκηνοθεσία όρισαν καθοριστικά το ένα το άλλο. Εδώ, ο υπέρ του δέοντος σκηνοθετικός σεβασμός που μοιάζει να έχει δείξει ο Αϊνούζ, έχει αποδυναμώσει το μεγάλο ταλέντο του για αισθαντική σωματικότητα κι ο τρόπος που γλυκαίνει ή μαλακώνει κάποιες σκηνές, όπου αυτό δεν μοιάζει ζητούμενο, δημιουργεί υπόνοιες για μια απόκλιση που θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματική αν είχε βρει χώρο να ανθίσει. Αν στη σύμπραξη Φιλίππου-Λάνθιμου το δυνατότερο στοιχείο, είναι η δυνατότητα του σκηνοθετικού σύμπαντος να αποδίδει την ιστορία μετασχηματίζοντάς την σε κάτι πιο ευρύ, πανανθρώπινο κι ουσιαστικό -υπαρξιακό/σχεσιακό/οικογενειακό/κοινωνικό ή ακόμα και πολιτικό- ως σημασία απ’ το περίκλειστο της πλοκής που δείχνει, εδώ ο μετασχηματισμός αυτός δεν έχει επέλθει. Κατά συνέπεια, το βίαιο, το σοκαριστικό ή το αποτρόπαιο, όπως πχ το σπάσιμο του ταμπού της αιμομιξίας, δεν επιτυγχάνει τη συμβολική λειτουργία του, αλλά παραμένει απλά απεχθές ή παράδοξο – όσο κι αν ο Αϊνούζ προσπαθεί να κάνει όσο το δυνατόν πιο ευφάνταστα τα πλάνα. 
Η επαφή του θεατή με το έργο, που θα πρέπει να ειπωθεί πως έχει βεβαίως και τις καλές του στιγμές, όπως και μερικά πολύ απολαυστικά πλάνα στο τέλος, παραμένει έτσι κατά κύριο λόγο εγκεφαλική. Καταλαβαίνει δηλαδή τι θέλει το έργο να πει, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα τον αγγίξει. Ως νόημα, η ιστορία είναι ταυτόχρονα οικογενειακό δράμα που αμφισβητεί το αδιάρρηκτο των δεσμών εξ αίματος, μαύρη κωμωδία με queer στοιχεία για τα πάθη μας που βασανίζουν τους πιο κοντινούς, σάτιρα των ηθών της πατριαρχίας και της αγνής ιταλικής επαρχίας. Η ψυχολογική εμβάθυνση στις σκοτεινές μας πλευρές παραμένει κάπως να παραπαίει, κάτι στο οποίο υπήρχαν αντιρρήσεις και για την προσέγγιση του Μπελόκιο, παρ’ ότι εκεί η προσέγγιση ήταν πολύ πιο συγκεκριμένη και καθαρή σε σχέση με την αντικοινωνικότητα των χαρακτήρων. Η «αστυνομική» σεναριακή ανατροπή είναι αρκετά ενδιαφέρουσα κι η πλοκή θα είχε ίσως πολύ ωφεληθεί αν αφηνόταν με λιγότερες ενοχές στην πιο ανάλαφρα σκοτεινή πλευρά της. Το να θες να εξοντώσεις το διπλανό για να ενηλικιωθείς ή για όφελος μπορεί να είναι κι απολαυστικό – όπως δείχνουν και τα εξαιρετικά πλάνα του τέλους στην πισίνα. 
    Το πιο ενδιαφέρον σημείο της ταινίας, ωστόσο, που δημιουργεί ελπίδες για πολύ πιο συναρπαστική συνέχεια, ακόμα και για μια νέα σύμπραξη Φιλίππου-Αϊνούζ είναι ο σπόρος της ταινίας που βρίσκεται μέσα στην ταινία, τα πλάνα δηλαδή της αρχής, η ιστορία που φαινόταν πως θα μπορούσε να πάει αλλιώς με άλλους δηλαδή κωδικούς κι αισθητική στη σύμπραξη και οδηγώντας πραγματικά σε κάτι καινούργιο. Απ’ αυτή τη σκοπιά, το ζευγάρι των αδελφών που χωρίζει στην πλοκή αναζητώντας κι οι δύο τους δικούς τους δρόμους, με τον έναν να τον έχει βρει -ή έτσι να δείχνει- και τον άλλον να είναι σε πορεία προς ένα τόπο που τον έχει βρει, αλλά δεν έχει ακόμα πάει, είναι επίσης σεναριακά ένα συγκείμενο πολύ πιο ουσιαστικό απ’ αυτήν την μάλλον εύκολη κριτική της πατριαρχίας. 
Το καστ παρ’ ότι εντυπωσιακό ως ονόματα και πολύ καλό ως ερμηνείες -με την Πάμελα Άντερσον να ξεχωρίζει με την παρουσία της σε ρόλο έκπληξη- δεν βοηθάει, όμως, σε κάτι παραπάνω την ταινία, πέραν της ευκολίας του αγγλόφωνου στη διανομή. Αντίθετα, πολύ περισσότερο μένει η εξαιρετική χρήση της μουσικής, με επιλογές απόλυτα ταιριαστές με το πνεύμα κάθε σκηνής. Ανάμεσά τους και το «Έπεφτε βαθιά σιωπή» των Παπαδόπουλου-Πλέσσα που ακούμε με τη ζεστή φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου.