(Σιωπηλή φίλη)
της Ildikó Enyedi
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)![]()
Η νέα ταινία της σπουδαίας δημιουργού Ίλντικο Ενιέντι («Ο εικοστός αιώνας μου» [1989], «Η ψυχή και το σώμα» [2017]) προσγειώνεται σαν εκκωφαντική δήλωση για τις δυνατότητες του σινεμά, κοιτάζοντας ταυτόχρονα το παρελθόν και το μέλλον. Πρωτότυπη σε θεματολογία και προσέγγιση, φέρνει σε «στενές επαφές» ανθρώπους και δέντρα —όχι για να υποτιμήσει το «ανθρώπινο», όπως συμβαίνει στο σύμπλεγμα της μετα-ανθρωπιστικής εμμονής με τα ζώα (βλ. ελληνικό Weird Wave), αλλά για να εκφράσει μια νέα κοσμολογία που φέρνει σε διάλογο τη νευροεπιστήμη με τον πανθεϊσμό.
Το 1908, η νεοεισαχθείσα φοιτήτρια Γκρέτε (Λούνα Βέντλερ) μελετά τον Κάρολο Λινναίο και τις ταξινομήσεις της βοτανικής στο Πανεπιστήμιο του Μαρβούργου. Ταλαιπωρημένη από την πατερναλιστική προφορική εξέταση της γνωστικής της επάρκειας, η Γκρέτε επισκέπτεται τους Βοτανικούς Κήπους του Μαρβούργου, στους οποίους βρίσκεται ένα θηλυκό δέντρο γκίνγκο μπιλόμπα που χρονολογείται από το 1832. Το 1972, ο μοναχικός φοιτητής Χάνες (Έντζο Μπρουμ) μελετά δίπλα στο γκίνγκο και, μέσα από τη γνωριμία του με μια όμορφη φοιτήτρια, καταλείγει να φιλοξενείται στο σπίτι της και να φροντίζει ένα μοβ γεράνι. Τέλος, το 2020, ο Δρ Τόνι Γουόνγκ (Τόνι Λιούνγκ), νευροεπιστήμονας από το Χονγκ Κονγκ, διακόπτει λόγω της πανδημίας την έρευνά του για την εγκεφαλική λειτουργία των νεογέννητων και περιπλανιέται στον κήπο όπου βρίσκεται το γκίνγκο.
Το απολύτως κυριαρχικό σε εκτέλεση «παράλληλο» μοντάζ —δηλαδή οι κατά το δοκούν μεταβάσεις από τη μια εποχή στην άλλη, οι οποίες ακολουθούν μια γραμμική ανάπτυξη με επαναλαμβανόμενο μοτίβο σταθερότητας το γηραιό δέντρο γκίνγκο— θα μπορούσε να ιδωθεί και ως μια μέθοδος «διασταυρούμενης επικονίασης»· κάτι που συνάδει τόσο με τη μεταφυσική προσέγγιση που διαπνέει την ταινία όσο και με τη θεματική της. Η Ενιέντι φαίνεται να κάνει ακριβώς αυτό: μπολιάζει τους χαρακτήρες με την αύρα του γκίνγκο, συνδέει και αντιπαραβάλλει τις προσωπικές τους ιστορίες με φόντο το πανεπιστήμιο και τον βοτανικό κήπο, και διαγράφει μια ανεπαίσθητα ρομαντική τροχιά ως προς τις δυνητικές σχέσεις μεταξύ αρσενικού και θηλυκού. Παράλληλα, μιλά για την επιστημονική ανακάλυψη με όρους μεταφυσικής του «θαυμάζειν» παρά με εκείνους ενός στείρου επιστημονισμού.
Η Ενιέντι ομολογεί ότι το φιλοσοφικό δοκίμιο του Τόμας Νέιτζελ «Πώς είναι να είσαι νυχτερίδα;» (1974) της άσκησε βαθιά επίδραση. Η θέση του Νέιτζελ για τη συνείδηση ως υποκειμενική εμπειρία και η κριτική του στον υλιστικό και νευροφυσιολογικό αναγωγισμό βρίσκουν το καλλιτεχνικό τους αποτύπωμα στο μεγαλόπνοο πόνημα της Ενιέντι. Φυσικά, αυτή η θέση έχει διατυπωθεί νωρίτερα —και εγγύτερα στο fin de siècle κλίμα της Γκρέτε— από τον κοινωνιολόγο Γκέοργκ Ζίμελ περί το 1900, μέσα από τις θέσεις του για τον προοπτικισμό διαφορετικών οργανισμών, αλλά και εκείνες για τη βιωμένη εμπειρία της συνείδησης στο πλαίσιο του ρεύματος της «φιλοσοφίας της ζωής» (Lebensphilosophie) ή, αλλιώς, της ζωτικοκρατίας.
Τούτη η φιλοσοφική εργαλειοθήκη πλάθεται με αξιοθαύμαστη κινηματογραφική πρωτοτυπία σε εικόνες «μουσκεμένες» στις έννοιες. Τόσο η ιδέα της υποκειμενικής και βιωματικής εμπειρίας της συνείδησης όσο και εκείνη της ζωής που αναζητά «δοχεία» για την εξέλιξή της —εμπεριέχοντας και τον θάνατο ως «στιγμή» της— αποτελούν κεντρικά μοτίβα. Δουλεύοντας υπέροχα τα κοντινά πλάνα και με μια απολύτως κατασταλαγμένη αίσθηση της εποχής (είτε στο ασπρόμαυρο των αρχών του αιώνα είτε στο φλου έγχρωμο της ρομαντικής δεκαετίας του 1970), η Ενιέντι παραδίδει μαθήματα πλαισίωσης των χαρακτήρων. Τους κινηματογραφεί με ποικίλους τρόπους σε μακρινά πλάνα μέσα από τα κλαδιά των δέντρων —τα οποία λειτουργούν σαν σιωπηλοί μάρτυρες της ανθρώπινης περιπλάνησης στον ιστορικό χωροχρόνο— ή, για παράδειγμα, μέσα από όμορφες αντανακλάσεις: φωτογενείς και διάφανες, σαν σε κρυστάλλινη δομή.
Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει η δαντελένια υφή του φεμινισμού της Ενιέντι: οι τρεις γυναίκες —η Γκρέτε, η Γκούντουλα που φλερτάρει με τον Χάνες, καθώς και η Δρ Σοβάζ (Λέα Σεϊντού) ως επιβλέπουσα του Δρ Γουόνγκ— διαθέτουν στοχοπροσήλωση, παρρησία, πνευματική οξύτητα, αποφασιστικότητα και ευγένεια. Είναι, επίσης, ιδιαίτερα ελκυστικές. Οι τρεις άντρες που γοητεύονται από αυτές διακρίνονται από μια φαινομενολογική ανοιχτότητα, τρόπον τινά, προς το «θαυμάζειν»· τόσο προς τις ίδιες, σαν σε μια μαθησιακή διαδικασία, όσο και προς τα φυτά και τα δέντρα, τα οποία περιβάλλονται με ένα μείγμα επιστημονικής διερεύνησης και ιερής θαλπωρής.
Τις ηχητικές πινελιές στο ιδιαίτερο μοντέρνο αρχιτεκτόνημα της Ενιέντι επιστεγάζει το «Wandrers Nachtlied II» (γνωστό και ως «Ein Gleiches»), ερμηνευμένο από τον Μπλίξα Μπάργκελτ (των Einstürzende Neubauten)· εδώ υπογραμμίζεται η πανθεϊστική ηρεμία της φύσης ως υπενθύμιση της παροδικότητας, της ταπεινής θέσης του ανθρώπου στο σύμπαν και της γαλήνιας αποδοχής (σε αντίθεση με τον φόβο) του θανάτου.
ΣΙΩΠΗΛΗ ΦΙΛΗ, Ίλντικο Ενιέντι, Γερμανία/Γαλλία/Ουγγαρία/Χονγκ Κονγκ, 2025




