(Σιωπηλή φίλη)
της Ildikó Enyedi
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_silent-friend-2.jpeg

Ένας νευρολόγος απ’ το Χονγκ Κονγκ που ξεμένει λόγω κορονοϊού σε μια έρημη γερμανική πανεπιστημιούπολη αποφασίζει να τεστάρει με την εκ μακρόθεν συνδρομή μιας διάσημης βοτανολόγου και με ιδιαίτερα αναπάντεχο τρόπο αν τα δένδρα και τα φυτά μας παρατηρούνε.   Μια νεαρή γυναίκα, λάτρης της βοτανολογίας ξεπερνά επιδέξια τις τρικλοποδιές του πατριαρχικού πανεπιστημιακού κατεστημένου και γίνεται η πρώτη γυναίκα φοιτήτρια πανεπιστημίου στη Γερμανία. Σύντομα γίνεται κι η πρώτη βοηθός φωτογράφου.  Ένας νεαρός γνωρίζει και σχετίζεται με μια φοιτήτρια βοτανολογίας. Όταν εκείνη θα του ζητήσει να φροντίζει το γεράνι του πειράματός της για όσο θα λείπει, θα ανακαλύψει ότι τα φυτά είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται και να επικοινωνούν πολύ περισσότερο απ’ ότι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. 
Τρεις ιστορίες που εκτείνονται σε τρεις διαφορετικές εποχές, 2020, 1908 και 1972 αντίστοιχα κι έχουν κοινό σημείο αναφοράς την μεγάλη αγάπη όλων των πρωταγωνιστών για τη βοτανολογία κι ένα τεράστιο αιωνόβιο γκίνγκο μπιλόμπα ξετυλίγει η Σιωπηλή φίλη της Ίλντικο Ενιέντι. Πρωτότυπα, παιχνιδιάρικα και με χιούμορ, άλλοτε έγχρωμα κι άλλοτε ασπρόμαυρα, πιο ατμοσφαιρικά σε μια ιστορία, πιο ποιητικά σε μια άλλη, αλλά μ’ εξαιρετική εικαστική αντίληψη και διαύγεια σε όλες, η σκηνοθέτρια πραγματεύεται τη σχέση του ανθρώπου με τη Φύση, το ενδιαφέρον του γι’ αυτή, αλλά και την τάση του να την υποτιμά  και να την πλήττει.  Με παρόμοιο τρόπο κι η πατριαρχική αντίληψη μειώνει ως κατώτερα διαφορετική τη γυναίκα, κάτι που η έμφυλη οπτική της ταινίας αποτυπώνει κι αναδεικνύει δίκαια δείχνοντας και τις προόδους που έχουν γίνει. 
Η ταινία, που έχει ήδη βραβευτεί σε αρκετά φεστιβάλ και αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ουγγαρίας για τα Όσκαρ 2027 δεν διαθέτει μόνο ευφάνταστη κινηματογράφηση κι εξαιρετική φωτογραφία απ’ τον Gergely Pálos, είτε αφορά ανθρώπους, φυτά ή δένδρα, αλλά θέτει μέσα απ’ τις αλληλοσυμπληρούμενες πλοκές της μερικά διαχρονικά ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση σε σχέση με τη Φύση αλλά και την Τέχνη. Η ανάγκη μας να είμαστε ταυτόχρονα δημιουργοί και δημιουργήματα, παρατηρητές και παρατηρούμενοι, να μειώνουμε αυτό που νομίζουμε ότι κατακτήσαμε, αλλά ν’ αναζητάμε και την επικοινωνία μαζί του, ελπίζοντας ίσως σε μια συνείδηση πιο κοσμική/φυσική, όπως και σ’ ένα μέσο πιο άφθαρτο από εμάς που να μπορεί να μας θυμάται, να μας εμπεριέχει και να μας αναπαριστά, γλιτώνοντάς μας απ’ το βάρος να είμαστε μόνο εμείς οι θεματοφύλακες της μνήμης μας και της Ιστορίας.
Η αναπαράσταση ως επικοινωνία διαρκής και μέσα απ’ αυτήν η διαφύλαξη κι η αναδημιουργία της μνήμης ως άρνηση στο θάνατο και τη λησμονιά, η ίδια η λειτουργία του σινεμά δηλαδή και το πόσο μας είναι αναγκαία, είναι ένα θέμα που διατρέχει όχι και τόσο υπόγεια την ταινία αυτή πίσω απ’ το παιχνίδι παρατήρησης και τα πειράματα με τη Φύση. Η ανάγκη του ανθρώπου είναι τόσο να αναπαραστήσει, όσο και να αναπαρασταθεί, να είναι υποκείμενο κι αντικείμενο μαζί, όπως βλέπουμε και στην ιστορία με τη φωτογράφο-φοιτήτρια της βοτανολογίας που αρχικά φωτογραφίζει τα φυτά και στη συνέχεια τον εαυτό της. 
Όλες οι ηρωίδες/ ήρωες είναι λίγο μοναχικοί εδώ, με τη μοναξιά ν’ αποτυπώνεται ως μια υπαρξιακή κατάσταση, υπενθύμιση σχεδόν του θανάτου, είτε ο άνθρωπος βρίσκεται μόνος σε μια γερμανική πανεπιστημιούπολη, είτε σε μια παρέα που αδυνατεί να καταλάβει τις ευαισθησίες του.  Η σιωπή της Φύσης μοιάζει σχεδόν ανακουφιστική, έτσι όπως δεν σηματοδοτεί απουσία, αλλά δίνει χώρο και μια νέα δυνατότητα, αυτή μιας επικοινωνίας χωρίς λόγια που μπορεί να συντελεστεί σε μοριακό και κοσμικό επίπεδο, ζωντανεύοντας με τις μεθυστικές διαστάσεις της τον άχαρο κόσμο που ζούμε. Ίσως γι’ αυτό ο μαγικός ρεαλισμός που σε άλλες ταινίες αγαπά η Ενιέντι καθίσταται εδώ αχρείαστος, μια κι η ρεαλιστική μαγεία των φυσικών επιστημών, όπως παρουσιάζονται στην ταινία, είναι η μεγαλύτερη στην οποία ο άνθρωπος μπορεί να ελπίσει. Η διαπίστωση αυτή, είναι ταυτόχρονα και μια υπενθύμιση της αξίας της Φύσης που πολύ συχνά τείνουμε να παραβλέπουμε και να ξεχνάμε. 
Ο έρωτας μπορεί να γυροφέρνει την ταινία αυτή, όπως ο Κινέζος καθηγητής το θηλυκό  γκίνγκο μπιλόμπα κάνοντας πιο απολαυστική τη θέασή της, δεν είναι, όμως στο επίκεντρο των ιστοριών της. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο που το ζευγάρι με την καλύτερη επικοινωνία εδώ είναι ένας νεαρός μ’ ένα γεράνι που κατορθώνουν, μέσα απ’ την υπομονή και το νιάξιμο, ν’ ανοίξουν μια πόρτα επικοινωνίας ουσιαστικής ο ένας στον διαφορετικό κόσμο του άλλου. Η αγάπη είναι μ’ ένα τρόπο αυτή που κερδίζει την παρτίδα εδώ, αυτή που μπορεί να βοηθά και να γονιμοποιεί τον άνθρωπο όπως και την ίδια τη Φύση, όπως μας δείχνει εξαιρετικά και η τελευταία σκηνή της ταινίας. 

Βραβεία
Φεστιβάλ Βενετίας 2025:
Βραβείο Ερμηνείας στην πρωτοεμφανιζόμενη Λούνα Βέντλερ (Luna Wedler) 
Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Fipresci – Διεθνής Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου
Βραβείο Green Drop (εξ ημισείας με τη Βουγονία του Γιώργου Λάνθιμου)
Βραβείο CinemaSarà
Φεστιβάλ Σικάγο 2025:
Βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας στον Gergely Pálos.
Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βαγιαδολίδ 2025: 
Αργυρό Στάχι (δεύτερο μεγαλύτερο βραβείο)
Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σιάτλ 2026: 
Βραβείο καλύτερης Σκηνοθεσίας 
Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαν Φρανσίσκο 2026: 
Ειδικό βραβείο Sloan Science on Screen.
Φεστιβάλ Κινηματογράφου La Roche-sur-Yon 2026: 
Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής (Grand Prix).