(Αετοί της δημοκρατίας)
του Tarik Saleh
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_eagles-of-demogracy.jpeg

Ο Τζόρτζ Φάχμι, περιζήτητος Αιγύπτιος κινηματογραφικός σταρ και «φαραώ της οθόνης» όπως του αρέσει να αυτό-αποκαλείται, εξαναγκάζεται από σκοτεινούς κυβερνητικούς κύκλους να υποδυθεί τον Αιγύπτιο πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι σε βιογραφική ταινία-αγιογραφία. Ο Φάχμι, που στην πραγματική του ζωή δεν είναι παρά ένας μεσόκοπος γυναικάς καλοπερασάκιας, δεν συμπαθεί το καθεστώς Σίσι, δεν σκοπεύει όμως και να διακινδυνεύσει τη ζωή του γιού του ή τη δική του φέρνοντας αντιρρήσεις.  Εξάλλου, όπως του λεν απλά θα κάνει μια ταινία κι αυτό είναι όλο. 
    Μεγάλη ευχέρεια στο πολιτικό θρίλερ έχει ο Σουηδό-Αιγύπτιος Ταρίκ Σαλέχ και το αποδεικνύει ξανά στους Αετούς της Δημοκρατίας όπου με πρωταγωνιστή πάλι τον πολύ καλό Φάρες Φάρες κλείνει όμορφα την περιπετειώδη-πολιτική «τριλογία του Καΐρου», με μια ταινία, ωστόσο, που δεν είναι τόσο εξαιρετική όσο το Κάιρο Εμπιστευτικό (2017) και  Η συνωμοσία του Καΐρου (2022). Η στέρεη αφήγηση, η καλοφωτισμένη φωτογραφία, η αίσθηση του μέτρου και η πειστικότητα στο χτίσιμο του σασπένς, αλλά και οι ανατροπές-έκπληξη, υπάρχουν κι εδώ ως σκηνοθετικές αρετές με την πολύ ταιριαστή πρωτότυπη μουσική του Αλεξάντρ Ντεσπλά να βοηθά κι αυτή στην ανάδειξή τους. Ο ήρωας, όπως συμβαίνει συνήθως στον Σαλέχ, αντιμετωπίζει κι εδώ διλήμματα εξαιτίας της πολιτικής διαφθοράς, δεν αποκτά, όμως, σε αντίθεση με τις άλλες ταινίες, μέσα απ’ αυτά πιο ξεκάθαρο στίγμα ή βάθος. Αντίθετα, οι καταστάσεις απλά τον προσπερνούν και η αφήγηση θυσιάζει τη δυνατότητα μεγαλύτερης συναισθηματικής επαφής/ταύτισής του με το θεατή προκειμένου να ανοίξει τη βεντάλια της προς περισσότερες κατευθύνσεις. Η διάθεση αυτή της διεύρυνσης φαίνεται κι απ’ τις πρώτες κιόλας σκηνές στο στούντιο με τις πολλές ονομαστικές/εικαστικές κινηματογραφικές -και όχι μόνο- αναφορές που θέτουν σχεδόν μ’ αμεσότητα και το πώς ο θεατής μέσα απ’ την αναπαράσταση ξεγελιέται συχνά κι ως προς την αλήθεια.
Αν το Κάιρο Εμπιστευτικό ήταν ένα ατμοσφαιρικό φιλμ νουάρ της Ανατολής μ’ έναν γοητευτικά παραιτημένο αντιήρωα και η Συνωμοσία του Καΐρου ένα μοντέρνο, συμπυκνωμένο Όνομα του Ρόδου με την αθωότητα ν’ απειλείται συνεχώς στην καρδιά και στη ζωή των ηρώων, οι Αετοί της Δημοκρατίας είναι μαζί πολιτική/υπαρξιακή σάτιρα, περιπέτεια, πολιτικό θρίλερ, πορτρέτο χαρακτήρα και ταυτόχρονα σχόλιο/κριτική για την απόσταση εικόνας-πραγματικότητας και για το φευγαλέο της αναπαράστασης στην οθόνη. Εδώ έχουν χωρέσει απ’ τη σκηνοθεσία από γκονταρικά πλάνα των ηρώων ιδωμένων από πίσω σ’ ένα αυτοκίνητο μέχρι μια αίσθηση παγίδευσης καφκικό-χιτσκοκική κι από ρήσεις του Μπέκετ για τη γλώσσα που ντύνει τις ιδέες -βάζοντάς μας να σκεφτούμε πώς γίνεται το αντίστοιχο και στο σινεμά- μέχρι ένα μετέωρο α λα Αντονιόνι υπαρξισμό όπου τα θέλω όλων των ηρώων -πλην εν τέλει του επιφανειακά χειρότερου- να αφορούν τις ατομικές επιδιώξεις τους και κανείς σχεδόν να μην ενδιαφέρεται ή να έχει όντως όραμα για την κοινωνία. 
Οι διεργασίες που αλλάζουν εσωτερικά το άτομο σε μια απολυταρχική κοινωνία κι οι συνέπειες της πολιτικής καταπίεσης στη ζωή του δείχνονται εδώ αποσπασματικά με την πλοκή να θέτει μάλλον ως βασικότερο ερώτημα-θρίλερ το τι είναι αλήθεια και πώς μπορεί να το διακρίνει κανείς στην πολιτική, στο σινεμά ή και στη ζωή μας. Βλέπουμε έτσι να αναπαρίστανται ως αλήθεια μέσα απ’ την τέχνη πράγματα που δεν συμβαίνουν και την τηλεόραση να καθιστά μη αλήθεια για το θεατή κάτι τρανταχτά υπαρκτό απλά και μόνο εξορίζοντάς το απ’ την εικόνα.  
Η ταινία αρχίζει και τελειώνει με μια σκηνή πολύ γήινη στην οποία ο πρωταγωνιστής παρευρίσκεται, αλλά δείχνει αμέτοχος, σαν να βρίσκεται δηλαδή κι έξω απ’ αυτήν και κάπως έτσι στην ουσία της παραμένει και η στάση του σ’ όλη την ταινία. Κινείται μεν στο χώρο κι αντιδρά στις περιστάσεις, διέπεται, όμως, από μια ψυχική αδράνεια/ παθητικότητα που δεν την διακόπτει ούτε το επιδερμικό του εν τέλει ενδιαφέρον για κάποια γυναίκα. Κι ενώ η στάση του αυτή παρουσιάζεται αρκετά ρεαλιστικά και πειστικά, εκφράζοντας ίσως και μια αντίστοιχη που διατηρεί πολύς κόσμος, η εσκεμμένη απ’ την πλοκή αδυναμία του να αποκτήσει πιο συγκεκριμένη υπόσταση και ταυτότητα λειτουργεί τελικά ως μειονέκτημα για την αφήγηση και την ταινία.