του Grigori Kozintsev
(κριτική του Βασίλη Ραφαηλίδη)
hamlet.jpg

Ο δέκατος έβδομος στη σειρά κινηματογραφικός Άμλετ/ Hamlet – ο πρώτος σκηνοθετημένος απ' τον Κλεμάν Μορίς και παιγμένος απ' τη Σάρα Μπερνάρ είδε το φως του προβολέα το 1900 – αποτέλεσε, το 1964, την επίσημη ρώσικη συμμετοχή στον εορτασμό της τετρακοσιοστής επετείου της γεννήσεως του μεγαλοφυούς Άγγλου. Οκτώ χρόνια δουλειάς πάνω στο σενάριο και δύο γυρίσματος, είχαν ως αποτέλεσμα να κάνουν τους συνοφρυωμένους κριτικούς, τους πάντα επιφυλακτικούς όταν πρόκειται να μιλήσουν για το εθνικό τους ταμπού, να πουν εν χώρο πως ο υστερότοκος Άμλετ που εκμαίευσε απ' τις σελίδες του Σαίξπηρ, ένας από τους μεγαλύτερους και εγκυρότερους σαιξπηριστές, ο Κόζιντσεφ/Kozintsev, ήταν αυτός ακριβώς που στριφογύριζε στους έλικες του εγκεφάλου του μεγάλου δραματουργού, πριν βγει στο χαρτί και παρερμηνεύεις απ' τη στρατιά των σκηνοθετών και των ηθοποιών που φιλοδόξησαν να τον ζωντανέψουν. Ο Κόζιντσεφ έμεινε απόλυτα πιστός στο σαιξπηρικό κείμενο, και όταν λέμε πως έγραψε κάποιο σενάριο εννοούμε ότι δούλεψε στο ντεκουπάζ χωρίς να απομακρυνθεί ούτε χιλιοστό απ' τα δεδομένα που του προσέφερε ο Σαίξπηρ. Ωστόσο, ξέφυγε τελείως από τη σκηνοθετική γραμμή όλων των προκατόχων του που επέμεναν να ερμηνεύουν τον Άμλετ ως ένα νευρωτικό νεαρό υπερευαίσθητο κι ανήσυχος: ο κοζιντσεφικός Άμλετ σταμάτησε επιτέλους να πιπιλίζει τη γνωστή καραμέλα «να ζει κανείς ή να μη ζει» και αποφάνθηκε, δια μέσου του Κόζιντσεφ, πως πρέπει να ζει και πως ο αφορισμός δεν αφορά γενικά και αόριστα το γεγονός της ύπαρξης, αλλά μια συγκεκριμένη ζωή, τοποθετημένη σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, που προσδιορίζεται από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, οι οποίες καμιά φορά γίνονται αφόρητα καταθλιπτικές για τον καθένα που τολμάει να θέτει, έστω και αναπάντητα, ερωτήματα.  Το θέμα δεν είναι καινούργιο για τον Κόζιντσεφ, και την ίδια απάντηση την είχε δώσει ήδη, σε όλες τις προηγούμενες ταινίες του, τόσο σ' αυτές που σκηνοθέτησε μαζί με τον Τράουμπεργκ όσο και στις λιγοστές που γύρισε, μετά τον πόλεμο, μόνος του. Στη Νέα Βαβυλώνα (1926), στη Μόνη (1931), στην Τριλογία του Μαξίμ (1931), στον Δον Κιχώτη (1957), πάντα υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί εναγωνίως να προσδιορίσει το στίγμα του στον περιπλεγμένο ιστορικό χάρτη. Αυτή η σύγκρουση της ιστορίας με την ανθρώπινη μοίρα, δεν έχει πάντα την αίσια έκβαση που έχει στην αισιόδοξη Τριλογία του. Συχνά, ο ήρωας του γονατίζει κάτω από το βάρος των γεγονότων που τον υπερβαίνουν. Να είναι αυτό, άραγε, μια ανάμνηση του φίλου του Μαγιακόφσκι; Ίσως. Ο Κόζιντσεφ δεν το είπε ποτέ καθαρά αλλά το άφησε να το μαντέψουμε, στα θεωρητικά του κείμενα. Αυτός ο παθιασμένος μελετητής του Σαίξπηρ κάτι θα πρέπει να έχει μάθει για το τι σημαίνει «να ζεις » και πότε πρέπει να μαθαίνεις για το να διαφυλάξεις την αξιοπρέπεια σου. Ο Άμλετ του Κόζιντσεφ πεθαίνει, ακριβώς, για να προστατέψει την αξιοπρέπεια του απ΄ τη σαπίλα του «βασιλείου της Δανίας». Η αυτοκτονία του είναι μια πράξη διαμαρτυρίας και όχι υποταγής. Θα μπορούσε, κάλλιστα, να ήταν βουδιστής καλόγερος.

(δημοσιεύτηκε σαν κείμενο- πρόγραμμα STUDIO, 1969)