(Ανήλικος Δολοφόνος)
του Rowan Joffe
(οι δηλώσεις του σκηνοθέτη)
brigh2.jpg
Και μόνο η λέξη ’ριμέικ’ ήταν αρκετή για να με αποθαρρύνει, επειδή η πρώτη ταινία του 1947 είναι, όπως όλοι γνωρίζουμε, ένα κλασικό αριστούργημα, με την εξαιρετική ερμηνεία του Ρίτσαρντ Ατένμπορο, η οποία, δεδομένης της χρονικής στιγμής που κυκλοφόρησε, ήταν πραγματικά πολύ πρωτοποριακή (σ.τ.ε. Brighton Rock (1947) σε σκηνοθεσία John Boulting).
Κατά την άποψή μου, ο «Ανήλικος Δολοφόνος/ Brighton Rock» πρέπει να αντιμετωπιστεί το ίδιο με ένα έργο του Σαίξπηρ - είναι ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο που αξίζει περισσότερες από μια προσαρμογές.
Όταν ξαναδιάβασα το βιβλίο, ενθουσιάστηκα με το χαρακτήρα του Πίνκι. Ενθουσιάστηκα από τη σχέση του με την Ρόουζ και από τη δυνατότητα να κάνω μια ταινία που να είναι πιο αληθινή από το βιβλίο, σε ορισμένα σημεία. Προφανώς δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συναγωνιστούμε την αρχική ταινία, το σενάριο της οποίας συνυπέγραφε ο Graham Greene/ Γκράχαμ Γκριν. Αλλά επειδή δεν θα δουλεύαμε κάτω από τη ‘λογοκρισία’ και τα ήθη που επικρατούσαν τη δεκαετία του ’40 μπορούσαμε να κάνουμε μια ταινία περισσότερο σκοτεινή, βίαιη και διεστραμμένα αισθησιακή, όπως το βιβλίο. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που σκέφτηκα ότι θα ήθελα να δοκιμάσω.
Το αρχικό μου δίλημμα ήταν ‘Να τη βάλω το 1939, όπως και το βιβλίο, ή η ιστορία να διαδραματίζεται στο σήμερα;» Για πολλούς λόγους, το να διαδραματίζεται στο σήμερα δεν μπορούσε να λειτουργήσει εύκολα. Υπήρχαν κάποια τεχνικά προβλήματα, όπως το ότι η ταινία ‘παίζει’ με την ιδέα ενός δίσκου που ‘πηδά’ στο πικάπ. Οπότε δεν θα μπορούσε να γίνει το ίδιο και με ένα CD. Δεν θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε τον ίδιο ρομαντισμό. Αλλά υπήρχε και μια βαθύτερη αιτία για το ότι δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτό. Για να πιστέψει κάποιος στην ιστορία του «Ανήλικου Δολοφόνου» θα έπρεπε να πιστέψει στην αθωότητα της Ρόουζ. Η αθωότητα αυτή έχει χαθεί στον κόσμο που ζούμε σήμερα. Και μόνο η ύπαρξη της τηλεόρασης στα σπίτια όλων μας και το διαδίκτυο καθιστούν απαγορευτικό το να δημιουργήσεις έναν τέτοιο πειστικό χαρακτήρα. Έτσι για τον λόγο αυτό έπρεπε να βρούμε έναν άλλο τρόπο να καταστήσουμε σύγχρονη την ταινία χωρίς να θέσουμε σε κίνδυνο την ιστορία.
brigh1.jpgΤο μυθιστόρημα αναφέρεται στην άνοδο ενός 17χρονου ήρωα μέσα από τις συμμορίες του δρόμου. Το 1964 ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της Βρετανίας που οι έφηβοι πήραν τα πάνω τους οικονομικά, πολιτισμικά και σωματικά. Επιπλέον, το Μπράιτον ήταν το επίκεντρο των ταραχών μεταξύ των Mods και των μεγαλύτερων σε ηλικία Rockers (υποκουλτούρες που εμφανίστηκαν εκείνη την περίοδο στην Αγγλία), και ταιριάζει τέλεια με την προσωπική επανάσταση του Πίνκι. Μία χρονιά μετά το 1964, νομιμοποιήθηκαν τα τυχερά παιχνίδια, περίοδος κατά την οποία άνοιξαν περισσότερα από 100 μαγαζιά στοιχημάτων σε όλη τη χώρα σε μία μόλις εβδομάδα, και παραδόξως, παρατηρήθηκε ένα κύμα αύξησης του οργανωμένου εγκλήματος. Η δεκαετία του ‘60 ήταν η εποχή του Βρετανού γκάνγκστερ, του ήρωα που προερχόταν από την εργατική τάξη. Του ήρωα στον οποίο ήθελε να μοιάσει ο τρομαγμένος, αλλά και φιλόδοξος Πίνκι. Ήταν επίσης το τελευταίο έτος κατά το οποίο εκτελούνταν θανατικές ποινές. Η απειλή της αποκάλυψής του, είναι ένα κρίσιμο κίνητρο στην απεγνωσμένη προσπάθειά του Πίνκι να ξεφορτωθεί πιθανούς μάρτυρες της δολοφονίας. Οπότε, το 1964 μας φάνηκε να είναι το ιδανικό έτος για να διαδραματίζεται η ταινία. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν ο Γκράχαμ Γκριν θα το ενέκρινε, αλλά ταίριαζε πολύ στην ατμόσφαιρα που δημιουργούσε στα έργα του.
Μόλις δοκιμάσαμε να κάνουμε την ταινία χωρίς να δώσουμε έμφαση στον καθολικισμό και στα ηθικά διλήμματα των κεντρικών χαρακτήρων, συνειδητοποιήσαμε ότι το τελικό αποτέλεσμα ήταν πολύ πεζό και ότι έλειπε η ‘καρδιά’ της ιστορίας. Ο Γκριν ασπάστηκε τον καθολικισμό προκειμένου να παντρευτεί τη γυναίκα με την οποία ήταν τρελά ερωτευμένος και αυτό τον οδήγησε σε μια ισόβια σχέση αγάπης / μίσους με την Καθολική Εκκλησία. Αυτό που εννοώ είναι ότι ο Καθολικισμός ήταν κάτι που τον γοήτευε και νομίζω κάτι που προσέγγισε με πολύ ανθρώπινο και πνευματικό τρόπο. Έτσι, δεν ήταν απλά ένα θέμα στον «Ανήλικο Δολοφόνο», αλλά κάτι που διαπερνά το σύνολο του έργου του Γκριν και είναι απολύτως ταυτισμένο με τους χαρακτήρες του Πίνκι και της Ρόουζ. Ταυτόχρονα, αυτό που κάνει τον «Ανήλικο Δολοφόνο» κάτι παραπάνω από ένα απλό αστυνομικό θρίλερ, δεν είναι απλά η θηλιά που κρέμεται πάνω από τον Πίνκι, αλλά και η πιθανότητα της αιώνιας καταδίκης του, γεγονός που κάνει την ιστορία επική.
Η δημιουργική διαδικασία για το γράψιμο ενός σεναρίου εξακολουθεί να είναι μυστήριο για μένα. Για παράδειγμα, όσον αφορά τη διάσημη τελευταία σκηνή της ταινίας, όπου ο δίσκος έχει κολλήσει και το μόνο μέρος του μηνύματος του Πίνκι που ακούμε είναι το «σ 'αγαπώ, σ ' αγαπώ, σ 'αγαπώ...», ο Γκριν και ο Τέρενς Ράτιγκαν, συν-σεναριογράφοι της ταινίας, μάλωναν για πολύ καιρό μεταξύ του, σχετικά με το σε ποιον από τους δύο ανήκε η ιδέα. Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε με κάθε λεπτομέρεια ποια ήταν η πραγματική δημιουργική διαδικασία που ακολουθούσε ο Γκριν.

(πηγή σημειώσεις για την παραγωγή)