(Ο σώζων εαυτόν σωθήτω)
του Jean-Luc Godard
sauve-qui-peut-la-vie.jpg

Η ταινία εξελίσσεται σε τέσσερα μέρη, εν είδει μουσικής παρτιτούρας. Το πρώτο με τίτλο «Φανταστικό» έχει ως κύριο πρόσωπο την Ντενίζ, η οποία εγκαταλείπει τη δουλειά της στην τηλεόραση και τον εραστή της, τον σκηνοθέτη Πολ Γκοντάρ (!) για να πάει να ζήσει στην επαρχία. Στο δεύτερο μέρος με τίτλο «Φόβος», ο ήρωας, ο Πολ, εγκλωβισμένος σε μια συναισθηματική παγίδα και κυρίως αδυνατώντας να διαχειριστεί τις σχέσεις του με τις γυναίκες, φοβάται να αφήσει την πόλη και να ακολουθήσει την ερωμένη του. Στο τρίτο μέρος, το «Εμπόριο», το κεντρικό πρόσωπο είναι η Ιζαμπέλ, μια επαρχιώτισσα που έρχεται στην πόλη για να βγάλει τα προς το ζην, ασκώντας το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου και η οποία παρουσιάζεται ως υποψήφια ένοικος για το διαμέρισμα της Ντενίζ. Ο Πολ βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο γυναίκες. Η Ντενίζ φεύγει, η Ιζαμπέλ μένει, ενώ ο Πολ, που δεν θέλει ούτε να φύγει αλλά ούτε και να μείνει, αντιμετωπίζει ένα υπαρξιακό και συναισθηματικό κενό. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της ταινίας με τίτλο «Μουσική», συγκεντρώνονται όλα τα πρόσωπα της ταινίας, τα μουσικά θέματα και οι ζωές των ηρώων συναντώνται, διαπλέκονται και συγκρούονται, για να ακολουθήσει στο τέλος ο καθένας τον δικό του δρόμο.
Το Σώζων εαυτόν σωθήτω είναι η επιστροφή του Γκοντάρ/ Jean-Luc Godard σε μια κινηματογραφική «κανονικότητα», ύστερα από μια μεγάλη περίοδο δέκα ετών, όπου πειραματίστηκε με το βίντεο και την τηλεόραση. Πρόκειται για μια ταινία μεγάλης στυλιστικής ωριμότητας και ουσιαστικού προβληματισμού σχετικά με την ανθρώπινη κατάσταση: λιτή χρήση των  εκφραστικών μέσων (χωρίς τις αισθητικές εκκεντρικότητες της πρώτης περιόδου), αυστηρά πειθαρχημένη δομή και αφηγηματική οικονομία. Η  ταινία όμως, (καθόλου τυχαίος ο τίτλος), έχει μια ζοφερή οπτική σε ό,τι αφορά τον τρόπο που βλέπει την σύγχρονη πραγματικότητα, όπου τα πάντα έχουν εμπορευματοποιηθεί. Σχολιάζει τον εξανδραποδισμό και την ολοκληρωτική αλλοτρίωση του ανθρώπου, κυρίως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ειδικά από την τηλεόραση, που έχει αλώσει κάθε δίοδο πραγματικής επαφής και  επικοινωνίας. Το βλέμμα του φιλμ (και του Γκοντάρ) είναι σαρκαστικό μεν και χλευαστικό, αλλά την ίδια στιγμή και βαθιά πεσιμιστικό και κυνικό,  μ’ έναν απελπισμένο τρόπο. Η τελική σκηνή με τον Πολ χτυπημένο από αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου, είναι ένα μηδενιστικό μνημείο απανθρωπιάς και ευτελισμού της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Έξοχο το πρωταγωνιστικό τρίο με τους Ιζαμπέλ Ιπέρ, Ναταλί Μπεΐ και Ζακ Ντιτρόν.
Με τους:    Isabelle Huppert, Jacques Dutronc, Nathalie Baye
(δ.τ.)