(Πολ Γκωγκέν)
του Edouard Deluc
(η συνέντευξη του σκηνοθέτη)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_gaugin.jpg

Τι σας ενέπνευσε για να γυρίσετε αυτήν την ταινία;
Η συνάντησή μου με το «Noa Noa», το ταξιδιωτικό ημερολόγιο που έγραψε ο Γκωγκέν μετά το πρώτο του ταξίδι στην Ταϊτή το 1893. Είναι μια περιπέτεια απίστευτης ποίησης, σχετικά με τα μυστήρια της δημιουργίας, την αγάπη για μακρινές χώρες, την απόλυτη αφοσίωση στην τέχνη, την ανάγκη του να πλάσεις ένα έργο. Είναι όμως και μια ιστορία σχετικά με την αγάπη και την ελευθερία. Είχα ανακαλύψει το βιβλίο κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στη σχολή Καλών Τεχνών κι έμενε στη βιβλιοθήκη μου από τότε, ως το φάντασμα ενός πιθανού φιλμ. Το 2012, μετά από ένα καλοκαίρι όπου είχα διαβάσει το βιβλίο του Σόμερσετ Μομ «Το φεγγάρι και μια πεντάρα» (1919), το οποίο διαθέτει και αυτό μια τρελή ρομαντική δύναμη, βυθίστηκα και πάλι στο «Noa Noa». Και τα πράγματα ξεκαθάρισαν μέσα μου: έπρεπε να το γυρίσω σε ταινία.

Πόσο πιστός μείνατε στο βιβλίο κατά την κινηματογραφική μεταφορά του;
Πήρα μεγάλες ελευθερίες. Για να το πω διαφορετικά, όλα όσα βλέπετε στην ταινία είναι αληθινά, αλλά κάποιες φορές είναι ρομαντικοποιημένα. Γράφοντας το «Noa Noa» ο Γκωγκέν επανεξέτασε τα γεγονότα, αξιοποιώντας το μύθο του. Υπάρχουν αμέτρητες βιογραφίες που προσπαθούν να τον εξηγήσουν. Και η θέση μου ως σκηνοθέτης μου δίνει τη δύναμη να επιχειρήσω το ίδιο. Πχ, στο βιβλίο η Τεχούρα και ο Τζοτέφα, οι Ταϊτινοί τους οποίους συναντά ο Γκωγκέν, όντως υπάρχουν. Δεν φτιάχνουν όμως ερωτικό τρίγωνο με τον ζωγράφο, κάτι που δημιούργησα επί τούτου για να υπογραμμίσω ένα από τα δραματικά στοιχήματα του σεναρίου. Και η Τεχούρα που βλέπουμε στην ταινία είναι ένας συνδυασμός πολλών από τις ερωμένες του Γκωγκέν. Και μάλλον δεν την κλείδωσε ποτέ στο σπίτι όπου έμεναν, όπως κάνει προς το τέλος της ταινίας, τυφλωμένος από ζήλια. Το τονίζω λοιπόν πως η καλλιτεχνική μου ελευθερία ως δημιουργό μου επιτρέπει να φαντάζομαι τη συγκεκριμένη σκηνή και να τη γυρίζω, χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσω τον εαυτό μου.

Στο φιλμ βλέπουμε περισσότερο κινηματογραφικούς κώδικες που παραπέμπουν σε γουέστερν παρά σε μια κλασική βιογραφική ταινία. Γιατί κάνατε τη συγκεκριμένη επιλογή;
Υπάρχουν μερικές σπουδαίες βιογραφίες, αλλά χωρίς να θέλω να φανώ σνομπ, δεν με ενδιέφερε η προοπτική να γυρίσω μια κλασική βιογραφία. Ήθελα να γυρίσω μια περιπέτεια, ένα γουέστερν, κάτι που νομίζω πως πετυχαίνω σε σκηνές όπως εκείνη όπου ο Γκωγκέν ταξιδεύει στο εσωτερικό του νησιού πάνω σε ένα άλογο ή στη σκηνή όπου φτάνει στο χωριό της Τεχούρα βραδιάτικα υπό τους ήχους των ντραμς. Λατρεύω το αμερικάνικο σινεμά και πριν γυρίσω το «Γκωγκέν» ξαναείδα ταινίες που με μάγεψαν κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου και ουσιαστικά με διαμόρφωσαν ως δημιουργό. Ταινίες, όπως οι «Σταυροφόροι της Δύσεως» (The Big Sky, 1952) του Χάουαρντ Χοκς, «Δύο λιοντάρια στον Ειρηνικό» (Hell in the Pacific, 1968) του Τζον Μπούρμαν και «Ο αλύγιστος» (Jeremiah Johnson, 1972) του Σίντνεϊ Πόλακ. Αλλά και το «Ένα βράδυ με πανσέληνο» (Futatsume no mado, 2014) της Γιαπωνέζας δημιουργού Ναόμι Καβάσε, όπου η φύση, η αγάπη, ο θάνατος και η υπέρβαση παίζουν πολύ βασικό ρόλο. Να αναφέρω και τα «Μαθήματα πιάνου» (The Piano, 1993) της Τζέιν Κάμπιον, για την απόλυτη ανάγκη να δημιουργήσει.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι παρουσιάζετε το ταξίδι του Γκωγκέν προς το εσωτερικό του νησιού εντελώς υποβλητικά, με τρόπο παρόμοιο με εκείνο του Τέρενς Μάλικ...
Αυτό το ταξίδι, που βρίσκεται στην καρδιά του «Noa Noa», με συνεπήρε από την αρχή. Στην Ταϊτή, ο Γκωγκέν παθαίνει καρδιακή προσβολή και πρέπει να πληρώσει στο νοσοκομείο για τη νοσηλεία του 12 φράγκα την ημέρα. Εννοείται πως αν είχε αυτά τα χρήματα θα τα ξόδευε για να αγοράσει υλικά για τους πίνακές του. Ήταν της άποψης πως αν είναι να πεθάνεις τουλάχιστον να πεθάνεις «στο πόδι» και κάνοντας αυτό που αγαπάς. Οι Ταϊτινοί ήταν πολύ πολιτισμένοι για εκείνον. Οπότε ορμάει στα βάθη του νησιού για να βρει το «πρωτόγωνο», που δεν βρήκε στην πόλη. Είναι επίσης στοιχειωμένος από την Τεχούρα, αυτή την Εύα που ονειρεύεται να συναντήσει, μια νεαρή γυναίκα «που του δίνεται» από τους γονείς της, σε μια σκηνή εξαιρετικής απλότητας.

Η ταινία είναι ταυτόχρονα και πολιτική αλλά και γεμάτη θρησκευτικά ερωτήματα...
Όταν διάβαζα το «Noa Noa», με συνεπήρε το γεγονός ότι η άφιξη του Γκωγκέν στην Ταϊτή συνέπεσε χρονικά με το θάνατο του τελευταίου βασιλιά των Μαορί. Ο Γκωγκέν λοιπόν αποβιβάστηκε στο νησί την ίδια στιγμή που πέθαινε μια πρωτόγονη κουλτούρα δύο χιλιάδων ετών υπό τις επιταγές των ιεραποστόλων και παραδόθηκε στα χέρια της Γαλλικής Δημοκρατίας. Η Τεχούρα βρίσκεται σε αυτό το μεταίχμιο. Είναι έτοιμη να ξεχάσει τις πεποιθήσεις και τις παραδόσεις της: θέλει να πάει στην εκκλησία. Όταν ο Γκωγκέν το πρόσωπο και την ψυχή των Μαορί ουσιαστικά καταγράφει έναν πολιτισμό που βρίσκεται σε πορεία αποσύνθεσης. Ζωγραφίζει κάτι το οποίο εξαφανίζεται.

Γιατί επιλέξατε τον Βενσάν Κασέλ για να υποδυθεί τον Γκωγκέν;
Ποιο σώμα, ποιο πρόσωπο, ποια ευαισθησία ήθελα να κινηματογραφήσω; Στη μόνη συνέντευξη που έδωσε ο Γκωγκέν, το 1890 στην εφημερίδα Figaro, ο συντάκτης τον περιέγραφε ως έναν εύρωστο άντρα με φωτεινά μάτια, που μιλούσε με ειλικρίνεια. Ο Βενσάν, ένας εικονοκλάστης, ένας άνθρωπος με έμφυτη περιέργεια για τους άλλους, ένα παθιασμένο άτομο που του αρέσουν τα μακρινά ταξίδια, ήταν μια προφανής επιλογή. Διάβασε τη σύνοψη του σεναρίου πολύ νωρίς στη δημιουργική διαδικασία κι άφησε να εννοηθεί ότι τον ενδιαφέρει το πρότζεκτ. Όπως ο Γκωγκέν έτσι κι ο Βενσάν δεν είναι άνθρωπος των συμβάσεων και δεν κρύβει τίποτε από τον εαυτό του, ακόμα κι αν αυτό είναι δυσάρεστο για τους γύρω του. Δουλέψαμε μαζί. Του έδωσα να διαβάσει το «Noa Noa» και την αλληλογραφία ανάμεσα στον Γκωγκέν και τη γυναίκα του. Τα διάβασε και πήγαμε μαζί στο μουσείο του Ορσέ για να δούμε τους πίνακες και τα γλυπτά του Γκωγκέν. Επίσης, ο Βενσάν έπρεπε να αδυνατίσει. Ο Γκωγκέν επιβίωνε τρώγοντας ρίζες και καρπούς, δεν μπορούσαμε να το παραβλέψουμε αυτό. Τέλος, έκανε μαθήματα ζωγραφικής και γλυπτικής και ζήτησε ψεύτικα δόντια για να αναδημιουργήσει την παρακμή του Γκωγκέν.

(πηγή σημειώσεις για την παραγωγή)