Dernier amour(Καζανόβα, Η Τελευταία Αγάπη)
του Benoît Jacquot
η κριτική του Θόδωρου Σούμα
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1819_dernier-amour-2.jpg

  • O Γάλλος σκηνοθέτης Benoît Jacquot/ Μπενουά Ζακό ξεκίνησε τη σκηνοθετική του καριέρα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 στην τηλεόραση, με ντοκιμαντέρ (δύο ντοκιμαντέρ για τον ψυχαναλυτή Ζαν Λακάν) και τηλεταινίες-διασκευές έργων του Κάφκα και του Μπλανσό. Τα πρώτα του κινηματογραφικά φιλμ ήταν τα ιδιότυπα, λιτά, ατμοσφαιρικά και διακριτικά: Ο δολοφόνος μουσικός (L'assassin musicien, 1976), διασκευή από Ντοστογιέφσκι, και Τα παιδιά της ντουλάπας (Les enfants du placard, 1977). Θεωρήθηκε πως είχε επηρεαστεί από τον Μπρεσόν λόγω της λιτότητας και απλότητας της κινηματογραφικής του έκφρασης. Γνώστης της ψυχανάλυσης, ήταν πάντα επηρεασμένος από αυτή, μιας και η θεματική κι η προβληματική του περιστρέφονταν συχνά γύρω από τα ζητήματα του έρωτα και της επιθυμίας, για παράδειγμα στις ταινίες του Les ailes de la colombe (1981, από το μυθιστόρημα του Χένρι Τζέιμς, Τα φτερά της περιστέρας) έως τις τελευταίες του Αντίο βασίλισσά μου (2012) και Eva (2018), περνώντας από τις ενδιάμεσες, το La désenchantée (1990), O έβδομος ουρανός (1997), Η σχολή της σάρκας (1998), τα φιλμ του 2000 La fausse suivante (διασκευή του θεατρικού έργου του Μαριβώ Ψευτο-υπηρέτρια) και Sade (πάνω στον καταραμένο, συγγραφέα μαρκήσιο, που τον υποδύεται ο Ντανιέλ Ωτέιγ) και το Αdolphe (2002, διασκευή από έργο του Μπενζαμέν Κονστάν). Ο Μπενουά Ζακό καταγράφτηκε, επίσης, για τις λογοτεχνικές διασκευές του και τα έργα εποχής που σκηνοθέτησε (αρκετά ήταν μεταφορές λογοτεχνικών έργων): Hμερολόγιο μιας καμαριέρας (2015, από Οκτάβ Μιρμπώ), La Traviata (TV, 2014, από Βέρντι) Αντίο βασίλισσά μου (2012), Werther (TV, 2010, από Γκαίτε), Sade (2000), Tosca (2001, από Πουτσίνι), La fausse suivante (2000), Marianne (1997) και La vie de Marianne (TV, 1995), και τα τρία από Μαριβώ, τέλος Les ailes de la colombe (από Χένρι Τζέιμς).
    b_505X0_505X0_16777215_00_images_1819_dernier-amour.jpg
    Το Καζανόβα, η τελευταία αγάπη (2019), ένα φιλμ που είναι ταυτόχρονα εποχής μα και πάνω στον ερωτικό πόθο, αφηγείται ένα κομμάτι της ζωής του Καζανόβα, αυτό της σχέσης του με τη νεαρή πόρνη Λα Σαρπιγιόν στο Λονδίνο, σύμφωνα με τα απομνημονεύματα (1789-1798) του μεγάλου γυναικοκατακτητή. Στη μυθοπλασία του Ζακό ο γέρος Καζανόβα εξομολογείται, αφηγείται τις περιπέτειες και τα παθήματά του σε μια νέα θαυμάστριά του, προς το τέλος της ζωής του στη Βοημία, περίπου το 1793. Δραπέτευσε από τις φυλακές της Βενετίας, πήγε στο Παρίσι και μετά στο Λονδίνο όπου συνάντησε την ωραία, σαγηνευτική, άμεση, μικρή Λα Σαρπιγιόν και την τσατσά μητέρα της. Ο Μπενουά Ζακό προσπαθεί να αποδώσει την πικρή αίσθηση του τέλους, της εν τέλει απέλπιδος ερωτικής προσπάθειας, της δύσης στην ερωτική ζωή (ακόμη και) ενός εκπληκτικά πετυχημένου καρδιοκατακτητή, όταν το λυκόφως (η φωτογραφία κυμαίνεται στο ημίφως) αναδεικνύει τη ματαιότητα, τη ματαίωση και την τελική αποτυχία που έρχονται με τα γηρατειά, την κούραση και τη φθορά...
    Ο Μπενουά Ζακό περιγράφει με προσοχή, εμμονή, διακριτικότητα, λεπτότητα και πολυπλοκότητα τις διαδρομές της ερωτικής επιθυμίας από τον φθαρμένο Καζανόβα (θλιμμένος κι απελπισμένος ο Βενσάν Λιντόν) στη δροσερή, όλο ζωντάνια, σκέρτσο μα και αθωότητα, Λα Σαρπιγιόν (γοητευτικότατη η λεπτεπίλεπτη Στέισι Μάρτιν) και αντιστρόφως. Ο σπουδαίος γόης, λόγιος και συγγραφέας Καζανόβα αγαπούσε τις γυναίκες, κάθε φορά είχε σχέση με μία και όχι με πολλές, ένοιωθε συχνά φιλία γι' αυτές και ήταν συνήθως ερωτευμένος... Μα αυτή είναι η πρώτη του φορά που αισθάνεται άνευ όρων ερωτική αγάπη. Κάνει σπασμωδικές, διστακτικές κινήσεις για να κατακτήσει τη λεπτοκαμωμένη, ακκιζόμενη κι αυθόρμητη, νεαρή πόρνη. Αλλά η πανέμορφη και μελαγχολική Λα Σαρπιγιόν,θύμα κι αυτή των αναγκών της ζωής και μιας μητέρας-προαγωγού, του θέτει αυστηρά όρια και προϋποθέσεις: Θα του δοθεί μετά από καιρό όταν δαμάσει τον πόθο του, θα παίξει προσωρινά το ρόλο του τυπικού αρραβωνιαστικού που ακόμη δεν συνουσιάζεται με την αρραβωνιαστικιά του, ενώ μαζί της κάνουν αμέσως σεξ όσοι πελάτες την πληρώνουν... Μια κοκότα του μαθαίνει να είναι υπομονετικός και να περιμένει για να κάνει έρωτα. Η Ίδια πιθανά αμφιβάλλει για το αν ο Καζανόβα μπορεί να αγαπήσει μια πόρνη... Τα ζιγκ ζαγκ και τα μπρος πίσω αναστατώνουν, παιδεύουν, αποσταθεροποιούν, στεναχωρούν και καταθλίβουν τον ασυνήθιστο στη γνήσια αγάπη, επιβήτορα. Ο Καζανόβα ξεχνά, για χάρη της, όλες τις άλλες γυναίκες. Όσο ο Καζανόβα την ποθεί, αυτή οπισθοχωρεί και δεν του δίνεται. Είναι η πρώτη του ερωτική απογοήτευση, το πάθος κλιμακώνεται όσο μεγαλώνουν τα εμπόδια, είχε πλήθος επιτυχίες με τις γυναίκες και ξαφνικά συναντά μία γυναίκα που τον κρατάει χάρη στη μόνιμη άρνηση να του δοθεί, δηλώνει ο σκηνοθέτης. Ο ανεκπλήρωτος, ανέφικτος κι ανενσάρκωτος έρωτας του ώριμου πια Καζανόβα τον οδηγούν, όπως πολλούς άλλους ηλικιωμένους επίδοξους εραστές, στη συναισθηματική ήττα και την κατάθλιψη. Πλησιάζει συνέχεια στη βρύση αλλά νερό δεν πίνει, το αντικείμενο του πόθου του, όσο το πλησιάζει, ξεμακραίνει, όχι μόνο εξαιτίας των απαγορεύσεων και των προσχηματικών δικαιολογιών της Λα Σαρπιγιόν. αλλά και εξαιτίας των δικών του αδεξιοτήτων, της αναποφασιστικότητας και των αμφιταλαντεύσεών του (ψυχολογικής, ηθικής ή ερωτικής υφής και προέλευσης).
    Ο Ζακό αποδίδει την ανθρωπιά και την ευάλωτη πλευρά στο χαρακτήρα του μυθικού Καζανόβα. Αν και ο Ζακό θα μπορούσε να φτιάξει μια γυαλιστερή, μεγαλοπρεπή, θεαματική ταινία εποχής με έντονα χρώματα κι εντυπωσιακά ντεκόρ, με ικανοποίηση της ηδονοβλεπτικής ανάγκης και ματιάς του θεατή, προτίμησε να δημιουργήσει ένα σκοτεινό, δωρικό και αργό, υπαρξιακό φιλμ χωρίς λάμψη, μελαγχολικό και βαρύ, σε έναν κόσμο βρώμικο και παρακμιακό. Ακόμη κι η περούκα του Καζανόβα είναι χάλια! Μπορεί κάποιοι θεατές να μην ικανοποιούνται από αυτή την εσωστρεφή επιλογή, την ανηδονική και καταθλιπτική κατεύθυνση που πήρε η σκηνοθεσία. Διότι το τελικό αποτέλεσμα είναι μια ταινία ζοφερή, βραδεία και δύσκολη.
    Ο Ζακό περιγράφει εν τέλει μια παρηκμασμένη κοινωνία, στα τελειώματά της, με “ήρωες” και “θρύλους” που , σαν τον θεατρικά αριστοκρατικό Καζανόβα, παίρνουν κι αυτοί, οριστικά, την κάτω βόλτα αργοπεθαίνοντας...